Γιοακίμ Γνίλκα, Οι „Ναζαρηνοὶ” καὶ τὸ Κοράνι[= Joachim Gnilka, Die Nazarener und der Koran: eine Spurensuche, Freiburg im Breisgau; Basel; Wien: Herder, 2007], Αθήνα: Ψυχογιός 2009. http://www.psichogios.gr/site/Books/show?cid=22597 . (Μτφρ Σ.Δεσπότη σε συνεργασία με άλλους συντελεστές)

Ερώτηση 1 (Συμπλήρωση Κενών (Αυστηρή Ταυτοποίηση) — 17 βαθμοί) 

Ερώτηση 1 : ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ-ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΟΙ-ΕΣΣΑΙΟΙ

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ιωσήπου, αυτές ήταν οι Φαρισαίοι, οι Σαδδουκαίοι και οι Εσσαίοι. Είναι σχεδόν διαμφισβήτητο ότι το όνομα Φαρισαίος προέρχεται από το Perusim, που σημαίνει αυτόν που είναι κάτι που έχει διπλή σημασία: από τη μία μεριά σημαίνει ότι Φαρισαίος είναι αυτός αφορίζεται από κάθε , ακαθαρσία. Αυτή είναι η θετική έποψη. Η αρνητική είναι ότι οι συγκεκριμένοι οπαδοί της αίρεσης διαχωρίζουν τους εαυτούς τους από την κοινότητα των Ιουδαίων, ανθρώπων . Και οι δύο επόψεις συναρτώνται. Ο αφορισμός από την ακαθαρσία δεν ήταν δυνατός χωρίς τον διαχωρισμό από τους ανθρώπους που θεωρούνταν . Το όνομα Φαρισαίος τους δόθηκε σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά τους. Είναι ένας πολεμικός υποτιμητικός χαρακτηρισμός που προέρχεται από πρόσωπα που δεν ανήκουν στη μερίδα. Οι ίδιοι αυτοκατανούνταν ως μία κι ονομάζονταν Chamberim . Το όνομα Σαδδουκαίοι συνήθως ανάγεται στον αρχιερέα , τον πρόγονο εκείνων που από την εποχή του Σολομώντα ιεράτευαν στο Ναό της Ιερουσαλήμ. Πρόκειται για τα παιδιά του Σαδώκ, τους Σαδωκίδες. Πρέπει όμως να διακριθούν από τους Σαδωκίδες οι Σαδδουκαίοι οι οποίοι έχοντες το ιερατικό αξίωμα είχαν συγκροτήσει την εποχή του Ιησού μια στο ιεροσολυμητικό Συνέδριο. Σε αντίθεση προς τους ευσεβείς, είχαν προσαρμοστεί στις καινούργιες συνθήκες που διαμορφώθηκαν από τη δυναστεία των Ασμοναίων. Το όνομα Σαδδουκαίος αποτελεί έτσι έκφραση συγκεκριμένης «εκκοσμικευμένης» νοοτροπίας. Και αυτό το όνομα σχετίζεται καταρχάς με την εικόνα της συγκεκριμένης μερίδος προς τα έξω και την πολεμική που ασκούνταν εναντίον του σαδωκικού φρονήματος. Και το όνομα Εσσηνός και Εσσαίος, προέρχεται από την εντύπωση που έδιναν προς τους έξω. Εφήρμοζαν τη δική τους ερμηνεία του Νόμου και εφήρμοζαν την εντολή της καθαρότητας με το δικό τους τρόπο. Θεωρούνταν οι αγνοί, οι .Το όνομά τους κατά πάσα πιθανότητα ετυμολογείται από το αραμαϊκό hazen = καθαρός, άγιος. Απαντά και μία άλλη ετυμολογία από το asja = θεραπευτής, από το θεραπευτικό ενδιαφέρον αυτής της ομάδος. Και στις δύο ερμηνείες δεν ανιχνεύεται πολεμική χροιά. Από τα παραπάνω συμπεραίνεται ότι τα ονόματα των ιουδαϊκών θρησκευτικών μερίδων βασίζονται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τις προσδιορίζουν και τα αντιλαμβάνονται εκείνοι που βρίσκονται των αιρέσεων αυτών. Φαρισαίοι, Σαδδουκαίοι και Εσσαίοι είναι ονόματα που τους δόθηκαν επειδή με τον ιδιόρυθμο τρόπο συμπεριφοράς τους ήλκυαν την προσοχή και διαφοροποιούνταν από τους υπολοίπους. Εν μέρει τα ονόματα είναι , πολεμικά. Εφόσον με τους μαθητές του Ιησού εμφανίστηκε στον Ισραήλ μία καινούργια θρησκευτική μερίδα, ήταν απόλυτα φυσιολογικό αυτοί να αποκτήσουν το δικό τους όνομα. Έτσι καθιερώνεται το όνομα . Δόθηκε καταρχάς στους μαθητές του Ιησού και μετά στον ίδιο. Είναι σαφές ότι αυτό συνέβη στην μεταπασχάλια περίοδο, όταν δημιουργήθηκε η του Ιησού. Οι Ναζωραίοι, οι τηρούντες, ήταν αυτοί που χαρακτηριστικές συνήθειες και κανόνες. Έτσι εμφανίστηκαν στο προσκήνιο και έγιναν από τους άλλους αντιληπτοί. Το ότι το συγκεκριμένο όνομα χρησιμοποιείται μαζί με τα ήδη υπάρχοντα ονόματα άλλων θρησκευτικών ομάδων, των Φαρισαίων, Σαδδουκαίων και Εσσαίων, αυτό σημαίνει ότι οι Ναζωραίοι παρέμειναν ενταγμένοι στον Ιουδαϊσμό. Αποτελούσαν φυσικά κάτι καινούργιο, αλλά ήταν μόνο μία καινούργια αίρεση, μία ομάδα δίπλα στις υφιστάμενες. Το ερώτημα είναι το πώς σχετίζεται με τις υπόλοιπες αιρέσεις.

Ερώτηση 2 (Συμπλήρωση Κενών (Αυστηρή Ταυτοποίηση) — 97 βαθμοί) 

Ερώτηση 2 : Ο Ιουδαιορωμαϊκός Πόλεμος και οι συνέπειές του

Το Μάη του μ.Χ. ξέσπασε ο πόλεμος, που είχε ήδη προ καιρού αρχίσει να διαφαίνεται με πολυάριθμες συγκρούσεις, επανάσταση και αντίσταση. Ο τελευταίος έπαρχος Gessius (64-66) με την σκληρή, συχνά παράλογη διακυβέρνηση, συνεισέφερε και αυτός καθοριστικά στην εξέγερση. Θα γίνει αναφορά στην τύχη των Ναζαρηνών της πόλης ανακαλώντας στη μνήμη τη γενική ροή των πραγμάτων, που μπορούμε να εξιχνιάσουμε από την Ιστορία του Ιουδαϊκού Πολέμου του Φλάβιου Ιώσηπου, ο οποίος συμμετείχε άμεσα σε αυτόν και πέτυχε και να σωθεί αλλά και να κερδίσει υπόληψη στους Ρωμαίους. Το έργο του πρέπει όμως να μελετάται με κριτική διάθεση. Από την ιουδαϊκή πλευρά, το κόμμα των ήταν εκείνη η δύναμη που είχε αναλάβει ηγεμονικό ρόλο και κινητοποιούσε τα πλήθη. Σύμφωνα με την παρουσίαση του Ιωσήπου, σε αυτό το κίνημα ανήκαν τα και κατώτατα στρώματα του λαού. Αυτοί αντιδρούσαν στη στάση των Σαδδουκαίων και Αρχιερέων οι οποίοι ήταν έτοιμοι να διαπραγματευτούν με τους κατακτητές. Η εξέλιξη ήταν τα αδιάλλακτα πλέον μέτωπα και οι αυξανόμενες απώλειες εκ μέρους των Ιουδαίων και Ρωμαίων να οδηγήσουν σε ένα σημείο όπου δεν υπήρχε επιστροφή και τα πράγματα ακολούθησαν τη ροή που τελικά είχαν. Η ιουδαϊκή πλευρά είχε αδυνατήσει και εξασθενούσε συνεχώς μέσω της ασυμφωνίας και της διαίρεσης που επικρατούσε στους κόλπους της. Οι δύο ηγέτες των Ζηλωτών, ο από τα Γίσγαλα και ο Μπαρ-Γκιόρα ανταγωνίζονταν ο ένας τον άλλον και . Ενίοτε προσετίθετο και ο Ελεάζαρος, ένας γιος του Σίμωνα. Στην Ιερουσαλήμ κυριαρχούσαν ξανά και ξανά συνθήκες σχεδόν σύρραξης οι οποίες έπαψαν όταν οι Ρωμαίοι πολιόρκησαν την Ιερουσαλήμ. Πρέπει να μνημονευθεί η κατάπαυση του πυρός εκ μέρους των Ρωμαίων για έναν ολόκληρο , που υπαγορεύτηκε από τον θάνατο του αυτοκράτορα στις 9 Ιουνίου του 68 μ.Χ. Ο Ρωμαίος στρατηγός αναγορεύτηκε την 1η Ιουλίου του 69 μ.Χ. αυτοκράτορας και επέστρεψε στη Ρώμη αφού οι Γάλβας, Όθων και Βιτέλιος, που είχαν βασιλεύσει για περιορισμένο χρόνο στο μεσοδιάστημα είχαν αποχωρήσει από την πολιτική σκηνή. Τη στρατηγία του στρατεύματος ανέλαβε ο γιος του Βεσπασιανού . Λίγο πριν το του έτους 70 μ.Χ. κατέφθασε έξω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ και στρατοπέδευσε με τα στρατεύματά του μπροστά και στην πόλη. Μετά από απερίγραπτα σκληρές μάχες το πέρασε ολοκληρωτικά στα χέρια των Ρωμαίων. Ο Ναός καταστράφηκε αν και ο ίδιος ο Τίτος ήθελε να αποτρέψει την . Μόνον η τράπεζα των και η λυχνία διασώθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν ως κατά τον θρίαμβο της Ρώμης, με τον οποίο η πόλη πανηγυρικά υποδέχτηκε τον Τίτο και τον Βεσπασιανό (βλ. αψίδα Τίτου στη Ρώμη). Μόνον οι τρεις πύργοι του τείχους του Ηρώδη έμειναν στη θέση τους για να μαρτυρούν πόσο ένδοξα και ισχυρά ήταν η πόλη. Ο Ιώσηπος αναφέρει σχετικά με την κατεστραμμένη πόλη ότι οι μελλοντικοί επισκέπτες αυτής της περιοχής δεν έπρεπε να είχαν καμία ότι αυτή κάποτε κατοικήθηκε. Ποια ήταν η τύχη της ιεροσολυμητικής Εκκλησίας; Η αρχαιότερη παράδοση που έχουμε είναι από τον Ευσέβιο Καισαρείας (Ε.Ι. 3.5.3). Την ίδια παράδοση καταγράφει και ο Επιφάνιος Σαλαμίνος (Κατα Αιρ. 29, 9 2 . 30, 2. Περί Μέτρων 15. 391-401 ). Είναι σαφές ότι Ευσέβιος και Επιφάνιος έχουν διαφορετικές προθέσεις. Ενώ στον Ευσέβιο εξαίρεται η της Κοινότητας, για τον Επιφάνιο το σημαντικό είναι ότι από τη μετανάστευση προκύπτει μια αίρεση, κάτι που προς το παρόν δε μας ενδιαφέρει. Τα παραπάνω κείμενα έχουν εκτιμηθεί με διαφορετικό τρόπο στην Έρευνα και ιδίως όσον αφορά στην ιστορικότητά τους. Υπάρχει μια εξαιρετικά θετική εκτίμηση, η οποία θεωρούσε ότι μπορεί να εξιχνιασθεί ο χρησμός, επί τη βάσει του Μκ. 13, 14: όταν δείτε το και μισητό φαινόμενο που προκαλεί ερήμωση να είναι όπου δεν πρέπει, -ο αναγνώστης ας κατανοήσει- τότε, όσοι θα είναι στην Ιουδαία ας φύγουν στα βουνά (Ὅταν δὲ ἴδητε τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως ἑστηκότα ὅπου οὐ δεῖ, ὁ ἀναγινώσκων νοείτω, τότε οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν εἰς τὰ ὄρη). Γινόταν λόγος για ένα φυλλάδιο (ένα φέιγ βολάν) που γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας στο Μκ. 13 και σχετίζεται καταρχάς με τη βεβήλωση του Ναού από τον αυτοκράτορα Καλλιγούλα (37-41 μ.Χ.). Άλλοι τοποθέτησαν τη δημιουργία του φυλλαδίου κατά τα γεγονότα του ιουδαιορωμαϊκού Πολέμου3. Διατυπώθηκε η άποψη ότι η ιεροσολυμητική Εκκλησία εγκατέλειψε την αγία Πόλη και κατέφυγε στην επί τη βάσει της προσταγής του Μκ. 13, 14 για φυγή στα . Μάλλον όμως εν προκειμένω δεν έχουμε να κάνουμε με ένα φυλλάδιο, αλλά –σύμφωνα με την πλειονότητα των ερμηνευτών- με μία μικρή χριστιανική , την οποία ο Μάρκος υιοθέτησε και επεξεργάστηκε. Αυτή η Αποκάλυψη προέκυψε λίγο πριν ή κατά την αρχή του Πολέμου. Το σιχαμερό και μισητό φαινόμενο που προκαλεί ερήμωση (βδέλυγμα της ερημώσεως) είναι η αναμενόμενη του Ναού. Στην πράξη τότε η Εκκλησία κλήθηκε να φύγει από την Πόλη, αφού πλέον κανείς δε μπορούσε να της εγγυηθεί . Το αποφασιστικό ερώτημα είναι εάν όντως διαδραματίστηκε η . Υπάρχει όντως σύνδεση του Μκ. 13, 14 και μίας ενδεχομένως εξόδου από την αγία Πόλη; Η απάντηση είναι δύσκολη καθώς ο Ευσέβιος και ο Επιφάνιος δε συνδέουν το γεγονός με το Μκ. , αλλά ούτε και το συγκεκριμένο κεφάλαιο υπαινίσσεται την . Ομιλεί γενικώς για φυγή στα όρη, κάτι που συστήνεται επανειλημμένα σε εποχές απειλητικές (Γεν. 19, 17. Ιερ. 4, 29. Ιεζ. 7, 16. Α’ Μακ. 2, 28). Η φυγή στην Πέλλα αμφισβητήθηκε για δύο λόγους: πρώτον μια ερμηνεία ήθελε την Εκκλησία να συμμετέχει στον αγώνα εναντίον των Ρωμαίων τασσόμενη με τους (τους Ιουδαίους «παρτιζάνους») και να διαλύεται στον (S.G.F. Brandon). Η άλλη αμφισβητούσε την εκδοχή του Επιφανίου που υποστηρίζει τη γέννηση της αίρεσης των Ναζωραίων . Μάλλον αυτή παράδοση γεννήθηκε στην Πέλλα όπου όντως τον 2ο αι. μ.Χ. υπήρχε μία χριστιανική Εκκλησία προκειμένου να τεκμηριωθεί η αξίωση ότι αυτή είναι η διάδοχος της ιεροσολυμητικής μητέρας Εκκλησίας. Από την Εκκλησία αυτή προέρχεται ο Αρίστων, ένας θεολόγος της εποχής, του οποίου το κείμενο Διάλογος Ιάσωνος και του Ιουδαίου Παπίσκου χάθηκε4. Από εκεί άντλησε και την παράδοσή του ο Ευσέβιος. Πρόκειται συνεπώς για μια παράδοση που δημιουργήθηκε εκ των υστέρων και δεν είναι δυνατόν να έχει καμιά ιστορική αξία5. Έχοντας υπόψιν αυτές τις αρνητικές εκδοχές, οφείλουμε να διαπιστώσουμε ότι μια τέτοια παράδοση θα μπορούσε να δημιουργηθεί εφόσον στην Εκκλησία της Πέλλας, της οποίας η ύπαρξη κατά το 2ο αι. μ.Χ. δεν αμφισβητείται, υπήρχαν Ιουδαιοχριστιανοί που είχαν σχέση με τα Ιεροσόλυμα. Είτε ήλθαν οι ίδιοι από την Αγία Πόλη ή η Εκκλησία τους στην Πέλλα (και στα περίχωρα) ιδρύθηκε από κάποιους που προέρχονταν από την Ιερουσαλήμ. Ότι οι ιεροσολυμήτες χριστιανοί συμμετείχαν στον πόλεμο είναι εξαιρετικά απίθανο, καθώς ο χριστιανισμός της Παλαιστίνης διαφύλαττε την παράδοση της Επί του Όρους Ομιλία (η οποία έχει εξέχουσα θέση στο Κατά Ματθαίον) και βίωναν τις εντολές του Ιησού για αγάπη προς τους και άρνηση άσκησης και ανταπόδοσης . Επίσης γνωρίζουμε ότι οι χριστιανοί συμμετείχαν στην επανάσταση κατά την εποχή του αυτοκράτορα . Προφανώς την ίδια στάση είχαν κρατήσει και νωρίτερα κατά την περίοδο του Πολέμου. Ο Ευσέβιος είχε πρόσβαση σε αυτήν την παράδοση κι αυτό αποδεικνύεται από τα εξής: Στο τρίτο βιβλίο της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του (3.5-8), μνημονεύοντας λεπτομερώς την αφήγηση του Ιωσήπου Περί του Ιουδαϊκού Πολέμου, περιγράφει την οικτρή κατάσταση του ιουδαϊκού πληθυσμού κατά τη διάρκεια του Πολέμου και της πολιορκίας. Την αξιολογεί ως τη θεία ένεκα των παρανομιών τους (3.5.3). Σε αντίθεση προς αυτήν την εξαθλίωση, πραγματοποιείται η φυγή της Εκκλησίας επί τη βάσει του . Αυτήν την αφήγηση σε φόντο «μαύρο-άσπρο» συνεχίζει και ο Επιφάνιος ο οποίος θεωρεί ότι σώθηκαν όλοι οι μαθητές, οι πιστοί στον Χριστό. Αυτό, όμως, δεν είναι δυνατόν να είναι σωστό, καθώς και μετά την καταστροφή του 70 μ.Χ. ζούσαν ακόμη χριστιανοί στην . Είχαν παραμείνει σε αυτήν ή επέστρεψαν;6 Σύμφωνα με τον Επιφάνιο (Περί Μέτρων 14 κε.), όταν επισκέφτηκε την πόλη ο Αδριανός, υπήρχαν στην Ιερουσαλήμ επτά ταπεινές Συναγωγές και μία μικρή Εκκλησία στο όρος Σιών. Εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι απαρχές της Εκκλησίας της Πέλλας ανάγονται στην εποχή του Ιουδαϊκού Πολέμου και τα πρώτα της μέλη ήταν φυγάδες από την Ιερουσαλήμ. «Μία λέξη» σχετικά με την Πέλλα: η αρχαία Pehel, που μετονομάστηκε από τους Έλληνες σε Πέλλα το 310 π.Χ., στην ανατολική περιοχή του Ιορδάνη, σχεδόν 10 χλμ. ανατολικά του Ιορδάνη και 35 χλμ. νότια της Γεννησαρέτ, καταστράφηκε από τον Ιουδαίο Αλέξανδρο διότι αντιτάχθηκε στον προσηλυτισμό. Κατάφερε όμως γρήγορα να αναθάλλει. Ο την ενέταξε στην Δεκάπολη. Κατά την εποχή του Βεσπασιανού δε συμμετείχε στην εναντίον των Ρωμαίων και ίσως αυτός είναι ο λόγος που η χριστιανική Εκκλησία μετανάστευσε σε αυτήν (την πόλη). Η τραγική έκβαση του πολέμου επέφερε ριζικές αλλαγές. Με την καταστροφή του σταμάτησε η αναφορά θυσίας. Δεν υπήρχε πλέον Συνέδριο. Η μερίδα των Σαδδουκαίων εξαφανίζεται και την κληρονομιά του Ιουδαϊσμού την βαστάζει πλέον ο . Ενώ μέχρι τότε οι Ναζωραίοι θεωρούνταν ως ιουδαϊκή μερίδα, δίπλα στους Σαδδουκαίους και Φαρισαίους, τώρα αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο η τους. Οι συγκρούσεις δεν ήταν δυνατόν να αποφευχθούν. Η Ιάμνεια ανάμεσα στην Ιόππη και στην Αζώθ, κοντά στη , εξελίχθηκε σε έδρα των . Εκεί συγκροτήθηκε κι ένα δικαστήριο. Δεν είναι σαφές τι έκταση είχε ο διωγμός των Ιουδαίων από τους Ρωμαίους. Ο Δομιτιανός τιμωρούσε μεταστροφές στον με εξορία και δήμευση της . Μερικοί μάλιστα φονεύθηκαν. Ο Δομιτιανός και ο Τραϊανός προσπάθησαν να συλλάβουν απογόνους του Δαυίδ, εκ των οποίων οι Ιουδαίοι ανέμεναν τη . Ακόμη κι ένας απόγονος του αδελφοθέου Ιούδα οδηγήθηκε ενώπιον του Δομιτιανού, ο οποίος όμως τελικά τον αγνόησε ως (Ευσ. Ε.Ι. 3.19 κε.). Αντιθέτως ο , επίσης συγγενής του Κυρίου και τέως ηγέτης της ιεροσολυμητικής Εκκλησίας, φαίνεται να μαρτύρησε σε μεγάλη ηλικία επί Τραϊανού (3.23.3. 3. 11)9. Ο φοβερός πόλεμος είχε ένα οδυνηρό επί-λογο, που πρέπει να μνημονευθεί ένεκα των συνεπειών του. Η απόγνωση των Ιουδαίων εκφράζεται στην αποκαλυπτική γραμματεία εκείνης της εποχής, όπως κι η ελπίδα στην επέμβαση του Θεού (Δ’ Έσδρα, Βιβλία Ενώχ). Η μεγάλη ιουδαϊκή επανάσταση επί Αδριανού (132-5)10 σκίασε κατεξοχήν την και την Κυρήνη. Η επανάσταση είχε δύο άμεσες αιτίες: το σχέδιο του Ανδριανού να κτίσει στη θέση της κατεστραμμένης Ιερουσαλήμ καινούργια πόλη με ειδωλολατρικό και η απαγόρευση της . Η τελευταία, όμως, δεν αφορούσε μόνον στον Ιουδαϊσμό αλλά συσχετιζόταν με την απαγόρευση του . Θα τιμωρούνταν όπως ο . Ηγέτης της Επανάστασης ήταν ένας Σίμων, που οι οπαδοί του τον ονόμασαν Μπαρ Κοχμπά, Υιό του , υπαινισσόμενοι την προφητεία ἀνατελεῖ ἄστρον ἐξ Ιακωβ καὶ ἀναστήσεται ἄνθρωπος ἐξ Ἰσραὴλ καὶ θραύσει τοὺς ἀρχηγοὺς Μωὰβ καὶ προνομεύσει πάντας υἱοὺς Σηθ (Αρ. 24, 17). Πολλοί προσδοκούσαν από αυτόν τη μεσσιανική απελευθέρωση. Ο ίδιος ονομαζόταν Μπαρ Κοσμπά και η ετυμολογία του ονόματός του είναι . 3 1/2 χρόνια διήρκεσε ο σκληρός , για τον οποίο οι Ρωμαίοι έστειλαν στην Παλαιστίνη έναν από τους καλύτερους στρατηγούς τους. Ο Μπαρ Κοσμπά τελικά νικήθηκε στο οχυρό Beth-ther, νοτιοδυτικά της Ιερουσαλήμ και τιμωρήθηκε (έτσι παραδίδει ο Ευσέβιος Ε.Ι. 4.6.3). Σύμφωνα με χριστιανικές μαρτυρίες, οι εξ Ιουδαίων χριστιανοί αρνήθηκαν τη συμμετοχή στην . Ο Μπαρ Κοχμπά –όπως εν προκειμένω ονομάζεται- τους καταδίωξε, τους βασάνισε και τους ανάγκασε να αρνηθούν τον ως τον Μεσσία. Μετά την καταστολή της επανάστασης, ο Αδριανός απαγόρευσε διά νόμου στον ιουδαϊκό λαό να εισέρχεται στην περιοχή της Ιερουσαλήμ και στα περίχωρά της. Ο Αρίστων από την Πέλλα, του οποίου το κείμενο μνημονεύσαμε, και ο Ευσέβιος, αναφέρουν ότι οι Ιουδαίοι δεν μπορούσαν ούτε από μακριά να αντικρίσουν τα πάτρια εδάφη. Αφού οι παλιοί κάτοικοι εκδιώχθηκαν, η πόλη, η οποία πλέον δεν ονομαζόταν Ιερουσαλήμ αλλά Aelia Capitolina προς τιμήν του αυτοκράτορα Aelius Hadrianus, εποικίστηκε από . Η κυρίαρχη λατρεία της πόλης ήταν αυτή του Καπιτώλιου . Πρώτος ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος τον 4ο αι. μ.Χ. επέτρεψε στους Ιουδαίους, φορά το χρόνο, στην επέτειο της άλωσης της αγίας Πόλης στις 9 του Αβ, να επισκέπτονται το Ναό και να θρηνούν στο τείχος του Ναού. Μετά και την απαγόρευση της περιτομής αλλά και όλων των ιουδαϊκών εθίμων, ο Ιουδαϊσμός απειλείται από εξαφάνιση. Ο διάδοχος του Ανδριανού, ο Ευλαβής, τις κατήργησε και έτσι εξασφαλίστηκε η συνέχεια της ύπαρξης της ιουδαϊκής θρησκείας. Σε αυτό το εξαιρετικά κρίσιμο σημείο, η σημασία της για την ιουδαϊκή θρησκεία κατέστη εξέχουσα. Τα τραγικά γεγονότα οδήγησαν στο να βαθύνει το χάσμα μεταξύ Ιουδαίων και του υπόλοιπου πληθυσμού και η απομόνωσή τους να διαρκέσει επί αιώνες. Με την ήττα και την απαγόρευση εισόδου στην περιοχή και στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ προκλήθηκε ένα μεγάλο κύμα μετανάστευσης. Η Γαλιλαία δέχτηκε ένα μεγάλο ποσοστό . Στη Ναζαρέτ εγκαταστάθηκε η ιερατική εφημερία με το όνομα Ha-Pizzez. Ο χώρος έγινε το καταφύγιο/άσυλο της ιουδαϊκής Ορθοδοξίας και αντιστάθηκε σε κάθε χριστιανική επιρροή.Ένας μεγάλος αριθμός μετανάστευσε στη και αρκετοί στις αραβικές χώρες. Αυτονόητα πλήγηκαν από την απαγόρευση του Ανδριανού και οι εξ χριστιανοί. Στη συνάφεια σχετικά με την παράδοση της Πέλλα διατυπώσαμε παραπάνω την άποψη ότι μέλη της Εκκλησίας παρέμειναν στην Αγία Πόλη και μετά τον ιουδαιορωμαϊκό Πόλεμο ή επέστρεψαν σε αυτήν. Αυτό επιβεβαιώνεται από τον Κατάλογο των της Εκκλησίας της Ιερουσαλήμ που διέσωσε πρώτος ο Ευσέβιος Καισαρείας. Πρόκειται μάλιστα για δύο καταλόγους: Ο πρώτος περιέχει δεκαπέντε ονόματα επισκόπων της περιτομής και φθάνει μέχρι την επανάσταση επί Αδριανού (Ε.Ι. 4.5.3). Ο δεύτερος κατάλογος ξεκινά με την επανάσταση και περιέχει τα ονόματα των επισκόπων που προΐσταντο στην Εκκλησία της Ιερουσαλήμ που υποδηλώνει ότι ήταν εξ εθνών (5, 12). Ανεξάρτητα από την ιστορική αξιοπιστία τους, αυτοί οι κατάλογοι επιβεβαιώνουν ότι από την ιουδαϊκή επανάσταση το 135 μ.Χ. και εξής, δεν υπήρχε πλέον Εκκλησία. Στη θέση της αναδύεται μια εθνικοχριστιανική από εκείνους που προοδευτικά εποικούσαν στην περιοχή. Έστω κι αν δεν μπορούμε να εξετάσουμε εις βάθος και λεπτομερώς αυτούς τους καταλόγους, είναι σημαντικό για την έρευνά μας, ότι την πρώτη θέση του ιουδαιοχριστιανικού καταλόγου την καταλαμβάνει ο Ιάκωβος, ο επονομασθείς αδελφός του Κυρίου και όχι ο . Στη δεύτερη θέση εντοπίζεται ο προμνημονευθείς , επίσης συγγενής του Κυρίου, μαρτυρήσας σε μεγάλη ηλικία επί Τραϊανού17. Η διαδοχή δύο συγγενών παραπέμπει στην ιδέα του , κάτι που σημαίνει ότι –όπως και στη σιιτική μερίδα του Ισλάμ- στην εκλογή του ηγέτη καθοριστικό ρόλο παίζει η καταγωγή από , μία ιδέα που τελικά «ενταφιάστηκε» με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ. Ήδη υπαινιχθήκαμε ότα τα γεγονότα που αφορούσαν στον ιουδαϊκό λαό άλλαξαν και την κατάσταση των Ναζωραίων. Οι δυνάμεις εκείνες που επεδίωκαν την ανανέωση και συσπειρώθηκαν γύρω από τους Φαρισαίους, απαιτούσαν σαφείς οριοθετήσεις. Σαφής έκφραση αυτού ήταν η προσθήκη της εναντίον των αιρετικών (Birkath ha-Minim) στην Λειτουργία της Συναγωγής, και μάλιστα στο Σεμονέ Εσρέ (Schemone Esre) . Μία ακριβής αποκατάσταση του κειμένου μέχρι σήμερα δεν κατέστη δυνατή, ούτε και με τα ευρήματα της παλαιστινής εκδοχής που ανακαλύφθηκε στη Γενιζά του Καΐρου. Ο Billeberck, ακολουθώντας τον G. Dalman, παραδίδει το εξής κείμενο: για τους αποστάτες Minim να μην υπάρχει καμία και όλοι οι αιρετικοί (και οι προδότες) να σε μία στιγμή και να εξολοθρεύσεις και να συντρίψεις (εσπευσμένα στις ημέρες μας) την αυθάδη . Ευλογητός είσαι εσύ Γιαχβέ (που διαλύεις τους εχθρούς και) ταπεινώνεις τους αυθάδεις. Οι Minim είναι οι αποστάτες, οι αιρετικοί. Ενώ μέχρι πρότινος εκφραζόταν η άποψη ότι η προσθήκη της Κατάρας (Birkath ha-Minim) έγινε το 90 μ.Χ. από τον Γαμαλιήλ το Β’, σήμερα υπάρχει η τάση να χρονολογείται αργότερα. Έτσι οι Ναζωραίοι εντάχθηκαν αργότερα στην ομάδα των αιρετικών. Επιταχύνθηκε το γεγονός αυτό με την άρνηση των Ιουδαιοχριστιανών να συμμετάσχουν στις δύο ιουδαϊκές επαναστάσεις. Στην παλαιστινή εκδοχή της Birkath ha-Minim στην κατάρα οι Ναζωραίοι μνημονεύονται ξεχωριστά δίπλα στους αιρετικούς –ίσως ως προσθήκη. Η κατάρα αυτών σήμαινε τον αποκλεισμό τους από τη Συναγωγή κι έτσι ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ των Ιουδαιοχριστιανών και της Συναγωγής. Η διαδικασία της κλιμακώθηκε σε μία εχθρική αντιπαράθεση. Σχετικά με τον αποκλεισμό από τη Συναγωγή ομιλεί ήδη ο Ιησούς στο Κατά Ιωάννη. Στον αποχαιρετιστήριο λόγο του προφητεύει στους μαθητές Του ἀποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑμᾶς• ἀλλ᾽ ἔρχεται ὥρα ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ (16, 2). Ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι ως αιτία του αφορισμού, όπως καταδεικνύεται στα λόγια των Φαρισαίων στους γονείς του τυφλού και στον ίδιο τον θεραπευθέντα, είναι η Ομολογία του Ιησού ως του Μεσσία (9, 22. 12, 42). Οι γονείς φοβούνται να ομολογήσουν δημοσίως τον Ιησού ως τον Χριστό, διότι ακριβώς θα αποκλείονταν από την Συναγωγή. Προφανώς στο Ευαγγέλιο προβάλλεται μία ύστερη εμπειρία της Εκκλησίας. Δεν προϋποτίθεται, όμως, απαραίτητα η Κατάρα των Χριστιανών στη Συναγωγή (πρβλ. μακάριοί ἐστε ὅταν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι καὶ ὅταν ἀφορίσωσιν ὑμᾶς καὶ ὀνειδίσωσιν καὶ ἐκβάλωσιν τὸ ὄνομα ὑμῶν Λκ. 6, 2222). Ύστερα ραββινικά λόγια διασαφηνίζουν την σκληρότητα του αφορισμού. Κάθε επικοινωνία και συνδιαλλαγή πρέπει να διακόπτεται με τους Χριστιανούς. Στα τους δεν πρέπει να διδάσκουν τέχνη. Ακόμη κι η βοήθεια σε περίπτωση απαγορεύεται. Έστω κι αν αυτό αποτελεί μια ύστερη εξέλιξη και απηχεί την άποψη κάποιων ραβίνων, μπορεί κάποιος να αντιληφθεί τις κρίσιμες συνέπειες του αφορισμού από τη Συναγωγή. Οι μαρτυρίες για τους Ιουδαιοχριστιανούς αυτής της εποχής είναι σποραδικές. Ένας σημαντικός μάρτυρας είναι ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας (103–165) και ο Διάλογός του με τον Τρύφωνα, ένα έργο που είναι παράλληλο του Διαλόγου του Αρίστωνα από την Πέλλα. Σε αυτόν τον Διάλογο, στο πρώτο μέρος του οποίου ο Φιλόσοφος και Μάρτυς επιχειρεί να αποδείξει ότι η Καινή Διαθήκη υπερέχει της Παλαιάς, ο Ιουστίνος αντιμετωπίζει το πρόβλημα εάν η πίστη στον Ιησού, τον Χριστό, είναι συμβατή με την εφαρμογή και τήρηση των εντολών και των εθίμων του Μωυσή. Προϋποθέτει ότι υπάρχουν τέτοιοι χριστιανοί που συνδύαζαν Ιουδαϊσμό και Χριστιανισμό. Είναι σαφές ότι ενώπιόν του έχει ιουδαιοχριστιανικές κοινότητες για τις οποίες ήταν χαρακτηριστικό το πιστεύειν και φυλάσσειν. Το ότι δεν κάνει απλώς ακαδημαϊκή διάλεξη, αλλά αναφέρεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, προκύπτει από το ότι διατυπώνεται το ερώτημα σχετικά με τη θέση των ιουδαιοχριστιανών και τη σχέση τους με τους εξ Εθνών (Διάλ. 46 κε.). Η λύση είναι η εξής: όσο οι Ιουδαιοχριστιανοί συμβιώνουν με τους εξ εθνών και δεν τους υποχρεώνουν να υιοθετούν τα του Μωυσέως (Σάββατο, περιτομή, παρατήρηση μηνών, διατάξεις περί καθαρότητας) θεωρούνται . Αλλιώς, όταν αυτοπεριχαρακώνονται, δεν αναγνωρίζονται. Ο Ιουστίνος επιχειρηματολογεί με σημείο αφετηρίας το αίσθημα της μεγάλης πνευματικής ανωτερότητας έναντι του Ιουδαίσμού. Αν και παραχωρεί στους Ιουδαιοχριστιανούς το δικαίωμα να περιτέμνονται, εντούτοις θεωρεί αυτή την εντολή ξεπερασμένη και άχρηστη. Δόθηκε μόνον ένεκα της των Εβραίων, εκείνων που με τον ιουδαιορωμαϊκό πόλεμο και τα γεγονότα των τελευταίων χρόνων έφθασαν στην πλήρη εξαθλίωση24. Στο Διάλογο με τον Ιουδαίο Τρύφωνα, ο τελευταίος συστήνει στον χριστιανό εξ εθνών Ιουστίνο να ασπαστεί τα εθιμα και τις εντολές του Μωυσή, αφού η ελπίδα στον Ιησού σημαίνει ότι εναποθέτεις την ελπίδα σου σε έναν . Έστω κι αν ο Χριστός (ο Μεσσίας) γεννιόταν κάπου, δεν είναι δυνατόν να αναγνωριστεί ως Μεσσίας και δεν μπορεί να διακηρύξει τον εαυτό του ως τέτοιο, προτού εμφανιστεί ο που θα τον και θα τον γνωστοποιήσει σε όλους τους ανθρώπους (Διάλ. 8, 3 κε.)25. Αν και ο διάλογος είναι φιλολογικό κατασκεύασμα και δεν πραγματοποιήθηκε με αυτή την μορφή ήδη εκφράσαμε την άποψη ότι βασίζεται σε συγκεκριμένες πηγές οπότε και το ερώτημα που προκύπτει είναι η γεωγραφική τους προέλευση. Ο Ιουστίνος πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στη Ρώμη (+ 165). Οι εμπειρίες όμως που προβάλλουν στον Διάλογο, παραπέμπουν στην πατρίδα του στην Παλαιστίνη, όπου ακόμη τον 2ο αι. μ.Χ. υπήρχε ένας ακμάζων ιουδαιοχριστιανισμός. Ο ίδιος ο Ιουστίνος γνωρίζει την Birkath ha-Minim την κατάρα κατεξοχήν εναντίον των Ιουδαιοχριστιανών (16, 4. 47, 5. 48, 4). Στον Ιουστίνο αναφύεται ήδη ένα πρόβλημα το οποίο θα παίξει ένα ρόλο στον Ιουδαιοχριστιανισμό και πρέπει να μνημονευθεί. Είναι η κατηγορία ότι οι προφητικές ρήσεις της Π.Δ. και ιδίως σημαντικές απομακρύνθηκαν από το κείμενο (Διάλ. 71-73). Η έριδα εάν πρέπει να προτιμηθεί το εβραϊκό ή το ελληνικό κείμενο (η μετάφραση των Ο’) γίνεται εμφανής με αφορμή το Ησ. 7, 14 (παρθένος Ο’/ = νεαρή κόρη) (Απολ. 67, 3. 43, 8). Επίσης προβληματίζουν ανθρωπομορφικές εκφράσεις, όπως στον Ψ. 8, 4 όπου γίνεται αναφορά στα χέρια του Θεού (πρβλ. 114, 3). Ο Ιουστίνος γνωρίζει επιπλέον Ιουδαιοχριστιανούς, που ομολογούν τον Ιησού ως τον Μεσσία, αλλά ισχυρίζονται ότι είναι εξ ανθρώπων, άρα αρνούνται ότι είναι Υιός του Θεού (48, 4). Οι χριστολογικές διαφοροποιήσεις, όμως, υποχωρούν έναντι των διαφορετικών αντιλήψεων σχετικά με την ορθοπραξία, με το εάν δηλ. οι εντολές του μωσαϊκού Νόμου είναι υποχρεωτικές για τους εξ εθνών χριστιανούς. Πρόκειται για ερωτήματα των Ιουδαιοχριστιανών τα οποία θα παραμείνουν υπό συζήτηση. Και ο Ωριγένης, ο οποίος κοιμήθηκε το 253, στο έργο του Κατά Κέλσον, ομιλεί για πιστούς στο Χριστό Ιουδαίους που δεν απεμπόλησαν τις εντολές που κληρονόμησαν από τους πατέρες τους (ΙΙ.1). Δεν μπορούν να διεισδύσουν από την κατά γράμμα κατανόηση του Νόμου στην πνευματική του ερμηνεία. Είναι οι Εβιωνίτες (Εβίων = πτωχός) που έλαβαν το όνομά τους από την πτώχεια του Νόμου και αναγνωρίζουν τον Ιησού ως τον Μεσσία.

Ερώτηση 3 (Συμπλήρωση Κενών (Αυστηρή Ταυτοποίηση) — 19 βαθμοί) 

Ερώτηση 3 : Ελληνιστές και Εβραίοι

πό ιουδαϊκής έποψης τα μέλη της ιεροσολυμητικής μητέρας Εκκλησίας συγκροτούσαν την αίρεση των Ναζωραίων. Με την πάροδο των ετών μέχρι τον Πόλεμο η Κοινότητα αυτή εξαπλώθηκε. Στις Πράξεις καταγράφονται συγκεκριμένοι αριθμοί πιστευσάντων: χιλιάδες (2, 41), χιλιάδες (4, 4). Στο 21, 20 ο Ιάκωβος μνημονεύει μέχρι και Ιουδαίων που έγιναν χριστιανοί. Ανεξάρτητα της αξιολόγησης αυτών των αριθμών, αντικατοπτρίζουν την επιτυχή ανταπόκριση στο Κήρυγμα. Μας ενδιαφέρει μια παρατήρηση η οποία επισημαίνεται σχεδόν εν παρόδω στο 6, 1: στην «Μητέρα των Εκκλησιών» υπήρχαν Ελληνιστές και Εβραίοι. Γίνεται λόγος για γογγυσμό των πρώτων, καθώς παραθεωρούνται στην καθημερινή τροφοδοσία οι τους. Η συνέχεια είναι χαρακτηριστική. Δεν γνωστοποιείται τι ακριβώς οδήγησε σε αυτή τη διαφωνία, η οποία συνέβη την εποχή κατά την οποία ο αριθμός των μαθητών είχε πλέον αυξηθεί. Επεμβαίνουν οι Δώδεκα (6, 1-7). Προφανώς ο Λουκάς καταγράφει αρχαιότερη παράδοση, όπως αποδεικνύει η χρήση των όρων μαθητές (ως εσωτερική ονομασία των μελών της Εκκλησίας), Ελληνιστές, Εβραίοι, οι Δώδεκα ως προσδιορισμός των Αποστόλων. Υπέρ της αρχαιότητας συνηγορεί και το ότι περιγράφεται μια ιστορία –αν και εξαιρετικά σύντομη- όχι και τόσο για την πρώτη Εκκλησία, αν και ο Λουκάς ρέπει προς την εξιδανίκευση κατά την απεικόνιση των σχέσων εντός της Κοινότητας. Ποιοι είναι οι Ελληνιστές και οι Εβραίοι; Πιο πειστική είναι εκείνη η ερμηνεία, η οποία συσχετίζει τα δύο ονόματα με δύο ομάδες εντός της Εκκλησίας οι οποίες χρησιμοποιούσαν δύο διαφορετικές . Ελληνιστές ήταν συνεπώς εκείνοι, οι οποίοι ομιλούσαν ελληνικά και οι Εβραίοι εβραϊκά ή μάλλον . Αυτή η ερμηνεία δεν είναι η μόνη, κυρίως όσον αφορά στους Ελληνιστές, που θεωρήθηκαν είτε απλώς χριστιανοί εξ εθνών (Cadbury) είτε Έλληνες που είχαν μεταστραφεί πρώτα στον Ιουδαϊσμό (Blackman) είτε Ιουδαίοι της Παλαιστίνης που ήταν ανοιχτοί σε συγκρητιστικές επιδράσεις (Cullmann). Οι τελευταίες δύο ερμηνείες θεωρούν ότι η προμνημονευθείσα έριδα δεν αφορούσε μόνον στην μητέρα Εκκλησία της Σιών, αλλά στη διαμάχη μεταξύ Ελληνιστών και Εβραίων εντός του ιουδαϊκού πληθυσμού της Ιερουσαλήμ. Αυτές οι ερμηνευτικές προτάσεις, όμως, δεν ικανοποιούν. Εξ χριστιανοί υπήρχαν ελάχιστοι στην Ιερουσαλήμ εκείνης της εποχής. Και σίγουρα εάν είχε ξεσπάσει έριδα στον ιουδαϊκό πληθυσμό της Ιερουσαλήμ, δεν θα επενέβαιναν οι Δώδεκα. Στην Ιερουσαλήμ εκτός από εκείνους τους Ιουδαίους που ομιλούσαν αραμαϊκά, ζούσαν και εκείνοι που ομιλούσαν ελληνικά και ήλθαν σύντομα σε επαφή με την Εκκλησία. Συνεπώς η έριδα που αναφέρει το Πρ. 6 εκτυλίσσεται εντός της χριστιανικής Κοινότητας. Προτιμάμε συνεπώς την ερμηνεία ότι πρόκειται για δύο ομάδες με διαφορετική γλώσσα, κάτι που τεκμηριώνουν και οι αρχαίοι λεξικογράφοι ερμηνεύοντας τους όρους ελληνιστής, ελληνισμός1. Αρκεί όμως αυτή η ερμηνεία για να αιτιολογήσει την έριδα εντός της Εκκλησίας; Το ότι χρησιμοποιούνταν διαφορετικές γλώσσες μπορούσε να οδηγήσει στο να παραθεωρούνται με τραυματικό τρόπο οι χήρες των Ελληνιστών. Μέσω του ο όρου οδηγούμαστε ένα βήμα παραπέρα. Εμμένουμε στην αρχαία ερμηνεία ότι οι Εβραίοι ήταν εκείνοι που –σε αντίθεση προς τους Ελληνιστές- ομιλούσαν την αραμαϊκή. Ο χαρακτηρισμός Εβραίος υπαινίσσεται όμως περαιτέρω μία συνειδητή πρόσδεση/ στον Ιουδαϊσμό. Όταν ο Παύλος αναφέρει στο Φιλ. 3, 5 Εβραῖος ἐξ Ἑβραίων, κατὰ νόμον Φαρισαῖος, όταν οι ιεραπόστολοι στην Κόρινθο που αντιτίθενται στον Παύλο συστήνονται ως Εβραίοι, Ισραηλίτες, σπέρμα και ο απόστολος των εθνών τους αντεπιτίθεται με σφοδρότητα, καθίσταται σαφές ότι ο όρος υποδηλώνει κάτι περισσότερο από τη χρήση απλώς της αραμαϊκής ως μητρικής γλώσσας (πρβλ. Β’ Κορ. 11, 22)2. Αυτό σημαίνει ότι εκτός της διαφοροποίησης στη γλώσσα, υποσημαίνονται και άλλες διαφορές που σχετίζονται με διαφορά απόψεων αναφορικά με τα όρια μεταξύ της Εκκλησίας και του Ιουδαϊσμού, θέμα στο οποίο οι Ελληνιστές συμπεριφέρονταν πιο φιλελεύθερα από τους Εβραίους. Αυτό το γεγονός υποσημαίνει και ο Λουκάς επισυνάπτοντας στο Πρ. 6 την Απολογία του Στεφάνου. Η έριδα λαμβάνει διαστάσεις. Ας προσδιορίζουμε την κατάσταση της ιεροσολυμητικής Εκκλησίας λίγο πιο συγκεκριμένα. Υπήρχε η ομάδα εκείνων που ομιλούσε αραμαϊκά και εκείνων των οποίων η διάλεκτος ήταν η ελληνική. Η θεία Λειτουργία τελούνταν και στις δύο γλώσσες. Θεωρητικά οι Ελληνιστές κατανοούσαν την θεία Λειτουργία στην ελληνική που δεν κατανοούσαν οι Εβραίοι. Υπήρχαν και κάποιοι Ιουδαίοι της Διασποράς που επέστρεψαν στα πάτρια εδάφη, εντάχθηκαν στην Εκκλησία και δεν κατανοούσαν την αραμαϊκή . Η παράδοση περί του Ιησού παραδιδόταν και διαδιδόταν και στις δύο γλώσσες. Ποιος την κατανοούσε αρτιότερα. Στην περίπτωση των Ελληνιστών προφανώς έπρεπε να μεταφράζεται η Κυριακή παράδοση από τα αραμαϊκά. Η απόσταση μεταξύ των δύο ομάδων αναγκαστικά μεγάλωσε όταν ξέσπασε ένας μεγάλος διωγμός εναντίον της ιεροσολυμητικής Κοινότητας (Πρ. 8, 1) κατεξοχήν κυρίως εναντίον των Ελληνιστών οι οποίοι εξορίσθηκαν από τη Μητρόπολη και έτσι άρχισαν να ασκούν ιεραποστολή και μεταξύ των εθνικών. Κατευθύνονται και φθάνουν μέχρι την Αντιόχεια, όπου και αποκτούν το όνομα Χριστιανοί. Ενώ οι Ελληνιστές διεισδύουν μέσω της ιεραποστολής σε περιοχές εθνικών, οι Ναζωραίοι/Ναζαρηνοί/ Εβραίοι στην Ιουδαία εξελλίσονται σε δύο τάσεις της ίδιας πίστης. Οι Ναζωραίοι ευρισκόμενοι εγγύτερα στον Ιουδαϊσμό, εφαρμόζουν το Νόμο. Γι’ αυτούς τους τηρούντες το ερώτημα πώς ερμηνεύεται ο Νόμος είναι υψίστης σπουδαιότητας και . Η ένταση κλιμακώθηκε διά του Στεφάνου, ο οποίος κατονομάζεται πρώτος στον κατάλογο των Διακόνων, που συγκροτούσαν την ηγετική ομάδα των Ελληνιστών (6, 5). Η κριτική που άσκησε απέναντι στο Νόμο προκάλεσε τη μήνι των Ιουδαίων της Διασποράς που παροικούσε στην Ιερουσαλήμ. Στη Συναγωγή αυτών πρέπει να έλαβε χώρα η σύγκρουση με τον Αρχιδιάκονο. Ασφαλώς στους κύκλους των Ελληνιστών επιβίωνε η κριτική στο Νόμο που άσκησε ο Ιησούς, τον οποίο και επικαλείται κατά την κριτική του ο Στέφανος, σύμφωνα με όσα λένε εναντίον του οι μάρτυρες κατηγορίας (6, 14). Η διήγηση της υπεράσπισης και της δολοφονίας του Στεφάνου –η οποία είναι φανερό ότι προσαρμόζεται στο τέλος του Ιησού- διαφύλαξε την πληροφορία ότι η κριτική (των «Ελληνιστών») αφορούσε στο Ναό. Η αλλαγή των εθών ἃ παρέδωκεν ἡμῖν Μωϋσῆς διά του Ιησού, που μνημονεύονται σε αυτή τη συνάφεια, αφορούν κατεξοχήν στο λατρευτικό τυπικό του Ιερού. Σχετικά με την ηγετική ομάδα των Ελληνιστών εκτός του μαρτυρίου του Στεφάνου, πληροφορούμαστε επίσης στις Πράξεις 8 σχετικά με τον , τον δεύτερο κατά σειρά στη σειρά από τους . Ασκεί ιεραποστολή και κηρύττει στους Σαμαρείτες, οι οποίοι ήταν περιτετμημένοι, θεωρούνταν όμως ως οι κατεξοχήν εχθροί των Ιουδαίων. Την πρωτοβουλία την αναλαμβάνει ο Φίλιππος. Οι Εβραίοι απόστολοι Πέτρος και συγκατατίθενται εκ των υστέρων. Ο Διάκονος βαπτίζει τον αθίοπα ευνούχο και ασκεί ιεραποστολή σε όλες τις πόλεις μέχρι την Καισάρεια (8, 40). Σχετικά με τους υπολοίπους από τους Εφτά, τον Πρόχορο, τον Νικάνωρα, τον Τίμωνα, τον Παρμενά και το Νικόλαο, Προσήλυτο Αντιοχέα (6, 5) δεν έχουμε καμιά πληροφορία. Εκλαμβάνοντας τους Επτά, εκ των οποίων οι τρεις ήταν Εβραίοι, οι τρεις Ελληνιστές και ο ένας προσήλυτος3, κυριολεκτικά και αποκλειστικά ως «διακόνους», δηλ. ως υπηρέτες των τραπεζών, κάποιοι θεώρησαν ότι έτσι εξασφαλιζόταν η καθημερινή διανομή των τροφών στις ελληνόφωνες χήρες. Αυτή η άποψη αν και βασίζεται στην αφήγηση του Λουκά. Σύμφωνα με την απόκρυφη παράδοση ο Πρόχορος χειροτονήθηκε επίσκοπος στη Νικομήδεια και μαρτύρησε στην Αντιόχεια4. Ο Νικόλαος είναι ο ιδρυτής των αίρεσης των Νικολαϊτών, που καταπολεμούνται με σφοδρότητα στην Αποκάλυψη των Ιωάννη (Απ. 2, 6. 15).

Ερώτηση 4 (Συμπλήρωση Κενών (Αυστηρή Ταυτοποίηση) — 125 βαθμοί) 

Ερώτηση 4 : Οι Ναζωραίοι στην Ιερουσαλήμ μέχρι το ξέσπασμα του Ιουδαιο-ρωμαϊκού Πολέμου

Μετά τη βίαιη έξοδο των Ελληνιστών από την Ιερουσαλήμ παρέμειναν στην Πόλη οι χριστιανοί. Και μόνον η γλώσσα υποδηλώνει ότι η κοινότητα παρέμεινε πιστότερα συνδεδεμένη με τις του Ιουδαϊσμού. Παρά ταύτα υπήρξαν πολιτικές αλλαγές στη χώρα που επηρέασαν την Εκκλησία. Ο Αγρίππας ο Α’, εγγονός του του Μεγάλου, ευνοούμενος του (37-41 μ.Χ.) και κυρίως του (41-54 μ.Χ.), αφού στα νιάτα τους ήταν συμμαθητές, έλαβε τον τίτλο του και ανέλαβε την ηγεμονία όλης της χώρας που πλέον είχε το ίδιο μέγεθος με το βασίλειο του παππού του. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του (41-44 μ.Χ.) δεν διορίστηκε Ρωμαίος . Ο Ηρώδης εξαπέλυσε εναντίον της χριστιανικής Εκκλησίας, γεγονός το οποίο διαφεύγει συχνά της προσοχής, αντίθετα προς τον προηγηθέντα διωγμό του και του κύκλου του. Το Πρ. 12, 1 κε. –σε αντίθεση με την ιστορία του Στεφάνου- αφηγείται εξαιρετικά λιτά αυτό το γεγονός. Ο απόστολος , γιος του Ζεβεδαίου, δολοφονείται, μερικοί άλλοι κακοποιούνται και ο Πέτρος ρίχνεται στη φυλακή αλλά ελευθερώνεται με τρόπο (12, 3-19). Ο διωγμός γίνεται για να φανεί ο Ηρώδης αρεστός στους Ιουδαίους (12, 3). Εκτός της αφήγησης σχετικά με τον θάνατο του Αγρίππα, ο οποίος στις Πράξεις ονομάζεται απλώς Ηρώδης (12, 19-23), αποκαλυπτικά είναι όσα αναφέρει σχετικά με το κλίμα της εποχής και το συγκεκριμένο βασιλιά ο Ιώσηπος. Ως Ιδουμαίος ο Ηρώδης αγωνιούσε για την του εκ μέρους των Ιουδαίων. Καλλιεργούσε έτσι τις σχέσεις του με τους και εφήρμοζε τα ιουδαϊκά έθιμα. Ως βασιλεύς κατά την εορτή της αναγίνωσκε το Δευτερονόμιο. Μία φορά μάλιστα όταν έφθασε στο χωρίο 17, 15 ξέσπασε σε γιατί αισθάνθηκε ότι θίγεται. Αυτό το κλίμα συναρτάται και με το γεγονός ότι τις τελευταίες κρίσιμες δεκαετίες πριν το ξέσπασμα του (το έτος 66 μ.Χ.) το φρόνημα των Ιουδαίων είχε αναπτερωθεί. Σε αυτό ακριβώς το χρονικό σημείο η χριστιανική Εκκλησία, οι Ναζωραίοι, άρχισαν να γίνονται αντιληπτοί ως κάτι το . Μετά το θάνατο του Αγρίππα το 44 μ.Χ. το κλίμα για τους Ναζωραίους γίνεται . Ο Σίμων Πέτρος ο οποίος είχε εγκαταλείψει την Ιερουσαλήμ μετά την θαυμαστή (12, 17), επέστρεψε. Το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 40 μ.Χ., όταν και συγκαλείται η αποστολική , ο Πρωτοκορυφαίος βρίσκεται και πάλι στην Αγία Πόλη. Η διαμάχη ανάμεσα στους Ιουδαίους και οξύνεται. Αυτό ισχύει για τους Ρωμαίους οι οποίοι μετά το θάνατο του Αγρίππα αναλαμβάνουν και πάλι το αξίωμα του επάρχου στην Ιουδαία/Σαμάρεια. αποκομίζεται η εντύπωση ότι και αυτοί με τον τρόπο τους μετά από μυστικές συνεργάζονταν προκειμένου να υποκινήσουν εξέγερση. Οι Ναζωραίοι, στους οποίους ήταν γνωστές οι εντολές της Επί του Όρους Ομιλίας, ήταν (όσον αφορά στην πραγματοποίηση επανάστασης), κάτι που τους ακόμη περισσότερο από τους ομοφύλους τους. Κατά την εποχή του επάρχου Τιβερίου (μέχρι το 48 μ.Χ.), ίσως και υπό την ηγεμονία του Κούσπιου Φάδου (από το 44 μ.Χ.) –το έτος της αλλαγής παραμένει αβέβαιο-, η Παλαιστίνη χειμάσθηκε από ένα . Υπό αυτές τις συνθήκες η Εκκλησία δεν κλείστηκε στον εαυτό της αλλά ασκούσε . Με το κήρυγμά της απευθύνθηκε στους Ιουδαίους . Ο μη ιουδαϊκός εθνικός πληθυσμός ο οποίος στο μεγαλύτερο μέρος του ζούσε στη Γαλιλαία, αλλά και στην Ιουδαία και Ιερουσαλήμ –ακούμε για μη Ιουδαίους σκλάβους που υπηρετούσαν Ιουδαίους κυρίους-ήταν πιο . Αυτή η τάση αποτυπώνεται στην ιστορία του στην οποία ο Πέτρος απεμπολεί την εντολή να αναμειχθεί με ακάθαρτους (10, 14). Η αφήγηση των Πράξεων σχετικά με την ιεραποστολική δράση του Πέτρου –φυσικά με επίκεντρο τους Ιουδαίους- βρίσκεται σε παραλληλισμό προς αυτή του Παύλου (Βίοι Πέτρου και Παύλου). Ό,τι ακούμε είναι ελάχιστο. Ο Πέτρος δρα στη Λύδα και στην παραθαλάσσια Ιόππη –ο δρόμος προς αυτό το σημείο οδηγεί μέσω Λύδας-. Η δράση του γίνεται γνωστή επιπλέον στην πεδιάδα Σαρών, που δεν ανήκει πλέον στην Ιουδαία και εκτείνεται κατά μήκος της Μεσογείου μέχρι τη Συροφοινίκη. Αυτό υπαινίσσεται το βεληνεκές της δράσης τους. Τα δεδομένα των δύο ταξιδιωτικών σταθμών συμπληρώνονται με δύο αφηγήσεις (9, 32-43). Η ιστορία του Κορνηλίου έχει σημασία αφού σηματοδοτεί το άνοιγμα της Εκκλησίας στην ιεραποστολή των Ελλήνων. Σχετικά με την ιεραποστολική δράση των Ιεροσολυμητών ομιλεί «εκ παραδρομής» και ο Παύλος. Στο Γαλ. 1, 22 μνημονεύει κοινότητες στην Ιουδαία. Πιο αποκαλυπτικό είναι το Α΄ Κορ. 9, 5, όπου ο Παύλος συγκρίνει τη δράση του με την ιεραποστολή των υπολοίπων αποστόλων, των του Κυρίου και του . Αυτοί κηρύττουν σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου, όντας και συντηρούμενοι με δαπάνη της Εκκλησίας. Ο Παύλος, ο οποίος αναλαμβάνει μακρινά ιεραποστολικά ταξίδια, κερδίζει τα προς το ζην με τα ίδια του τα χέρια. Εκείνοι συνοδεύονται από , ενώ ο Παύλος παραμένει άγαμος. Άρα η ιεραποστολική δράση των Ιεροσολυμητών πρέπει να ήταν και ασκούμενη από πολλά περισσότερα πρόσωπα από ό,τι αφήνουν οι να εννοηθεί. Όταν ο Παύλος ομιλεί για τους λοιπούς αποστόλους, τους συγκρίνει με τον εαυτό του υπερασπιζόμενος την του. Το πόσοι ακριβώς ήταν δεν είναι δυνατόν να εξιχνιαστεί ούτε από το συγκεκριμένο χωρίο ούτε από το Α’ Κορ. 15, 76. Ενδιαφέρουσα είναι η σημείωση ότι ιεραποστολή ασκούσαν και τα του Κυρίου. άρα εκτός του Ιακώβου, ο , ο και ο Σίμων (πρβλ. Μκ. 6, 3). Εννοούνται άραγε όλοι; Κατά την μετακαινοδιαθηκική ιστορία κάποιοι ξαναπροβάλλουν και αυτό αποτελεί επιβεβαίωση όσων αναφέρει ο Παύλος. Στο σημείο αυτό τίθεται το ερώτημα ποιο δρόμο ακολούθησαν οι . Δυστυχώς δεν υπάρχει ακριβής απάντηση. Έχουμε πληροφορίες για τον Πέτρο, ο οποίος κατέστη μορφή της Εκκλησίας. Ο Παύλος τον αναφέρει μαζί με τους αδελφόθεο και τον Ιωάννη, ως της Εκκλησίας (Γαλ. 2, 9). Με τον όρο σημαίνεται η θέση των συγκεκριμένων αποστόλων, ίσως και σε συνάρτηση με το οικοδόμημα της Εκκλησίας. Τις ιεραποστολικές οδούς των αποστόλων διέσωσαν παραδόσεις. Σύμφωνα με τον Ευσέβιο (Ε.Ι. 5.10), ο Βαρθολομαίος κήρυξε το Κατά Ματθαίο στην εβραϊκή μέχρι την . Ο Ματθαίος, σύμφωνα με τον Ρουφίνο (Ε.Ι. 10.9), έδρασε ιεραποστολικά στην . Σύμφωνα με τις κοπτικές, αραβικές και αιθιοπικές Πράξεις, ο Βαρθολομαίος κήρυξε στις οάσεις της Αιγύπτου, στην πόλη Έλβα και τα περίχωρα της Νάιντας8. Έστω κι αν αμφισβητείται η ιστορική αξιοπιστία αυτών των παραδόσεων, μέσω αυτών το βλέμμα μας κατευθύνεται στην . Σε αυτό το σημείο τίθεται το ερώτημα εάν στην εποχή προ του ιουδαϊκού Πολέμου είχαν επισκεφθεί ιεραπόστολοι την Αραβία. Διακόπτουμε για λίγο την εξέταση των Ιεροσολυμιτών, για να στραφούμε στον Παύλο. Από τον ίδιο γνωρίζουμε ότι μετά την εμπειρία της Δαμασκού πήγε στην Αραβία (Γαλ. 1, 17). Πού ακριβώς αποσύρθηκε; Στην αρχαιότητα η Αραβία διαιρούνταν στην Αραβία, στην «» Αραβία και στην Αραβία. Η τελευταία περιελάμβανε την περιοχή των . Σύμφωνα με τον Ιώσ. Αρχ. 1.221, η Ναβαταία εκτεινόταν από τον μέχρι τη Νεκρά Θάλασσα. Οι σημαντικότερες πόλεις ήταν η , η Ζοάρ και τα Βόστρα. Ο Ιώσηπος ονομάζει ολόκληρη τη γη ανατολικά του Ιορδάνη Αραβία. Η πλειονότητα των ερευνητών θεωρεί ότι ο Παύλος έμεινε στην . Έχουν διατυπωθεί κι άλλες απόψεις που ταυτίζουν την Αραβία με την (τη χώρα ανατολικά του Ιορδάνη), τη Δεκάπολη, και την Παλμύρα κυρίως με την αιτιολόγηση ότι εκεί υπήρχε συμπαγής ιουδαϊκός πληθυσμός10, ενώ δεν γνωρίζουμε εάν υπήρχε τέτοιος στην Αραβία Πέτρα. Ακόμη όμως κι όταν οι Πράξεις 2, 11 μνημονεύουν ότι παρόντες κατά την εορτή της Πεντηκοστής στα Ιεροσόλυμα ήταν Ιουδαίοι- Άραβες, αυτό δε σημαίνει ότι αυτοί κατ’ ανάγκη προέρχονταν από την Πέτρα. Η παραμονή του Παύλου στην Αραβία διήρκεσε σχεδόν χρόνια. Εάν προτιμήσουμε την υπόθεση της παραμονής του Παύλου στην Πέτρα, το ερώτημα είναι αν άσκησε εκεί ιεραποστολή. Η Ναβαταία μόλις το 106 μ.Χ. έγινε ρωμαϊκή , ενώ η Πέτρα είχε κτιστεί σε μια αντίξοη, περιοχή. Ήρθε ο Παύλος στην πρωτεύουσα της Ναβαταίας Πέτρα μέσω του διάσημου Es-Siq που συνιστούσε την κεντρική είσοδο; Σε αυτήν υπήρχε οδικό δίκτυο το οποίο ανακαίνισαν και επέκτειναν οι Ρωμαίοι ηγεμόνες. Ιεραποστολική δράση του αποστόλου σε αυτήν την πρώιμη περίοδο, αμέσως μετά το όραμα της κλήσης του, σε αυτές τις περιοχές είναι κάτι μάλλον απίθανο. Η φυγή του από τη Δαμασκό δεν προϋποθέτει και κήρυγμα στη Ναβαταία, αφού τέτοια δράση βλέπουμε μόνον στη (πρβλ. Πρ. 9, 19-22). Φαίνεται μάλλον εξεζητημένο το ότι ο Παύλος στο Γαλ. 4, 25 χρησιμοποιεί μια τοπική παράδοση σχετικά με το όρος , που τη γνώρισε όταν έμεινε εκεί. Για την απόφαση του Παύλου να επισκεφθεί την Αραβία αρκούν οι επόμενες σκέψεις: Ο απόστολος των εθνών χρειαζόταν για να επεξεργαστεί το γεγονός της Δαμασκού το οποίο του άλλαξε τη ζωή. Και η Ναβαταία προσφερόταν γι’ αυτό. Πρέπει να ληφθεί υπόψιν ότι αυτός που ήταν γνωστός διώκτης των χριστιανών και τώρα , αντιμετώπιζε επιπλέον την καχυποψία και το μίσος. σίγουρα έτρεφαν και κάποια μέλη της Εκκλησίας της Δαμασκού απέναντι στο πρόσωπό του. Έτσι καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι με τον Παύλο για πρώτη φορά ένας χριστιανός απόστολος πατάει το πόδι του στο αραβικό έδαφος, όχι όμως για να ασκήσει ιεραποστολή. Επιστρέφουμε στα Ιεροσόλυμα και μάλιστα σε ένα γεγονός που φέρνει σε επαφή την τοπική Εκκλησία με τον Παύλο, την Σύνοδο. Συμβαίνει δεκατέσσερα χρόνια μετά την πρώτη επίσκεψη του αποστόλου των εθνών στην αγία Πόλη (Γαλ. 2, 1), κατά τα τέλη της δεκαετίας του 40 μ.Χ. Εν τω μεταξύ ο Παύλος είχε ασκήσει ιεραποστολική δράση στα έθνη. Υπέστη μεγάλες στερήσεις και μαρτύρια για τον Χριστό κάτι που του έφερε μεγάλη φήμη. Οδήγησε στην Εκκλησία πολλούς εθνικούς, άρα μη Ιουδαίους, χωρίς να τους περιτάμει και χωρίς να υιοθετήσουν την Τορά. Η Εκκλησία της χρησίμευσε ως βάση της ιεραποστολικής του δράσης και υποστήριζε το έργο, το οποίο φυσικά είχε προκαλέσει και κριτική ιδίως στους κόλπους της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων. Για να αποφευχθεί το διοργανώθηκε μια συνάντηση των προκρίτων αποστόλων, χωρίς να γνωρίζουμε ποιος είχε την πρωτοβουλία. Ο Παύλος αναφέρει ότι ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα μετά από που δέχτηκε. Όταν όμως προσθέτει ότι ήθελε να εκθέσει το που κήρυττε στα έθνη μήπως αγωνίστηκε ή αγωνίζεται (Γαλ. 2, 2) αυτό υποδηλώνει την υφιστάμενη ένταση. Ο Παύλος συνοδευόταν από τον , τον εκπρόσωπο της Εκκλησίας της Αντιοχείας. Σχετικά με αυτή την προσωπικότητα πρέπει να αναφερθούν δύο λέξεις διότι συνήθως κινείται στο περιθώριο. Ως μέλος καταρχάς της ιεροσολυμητικής κοινότητας, χάριν της οποίας είχε μάλιστα πουλήσει έναν (Πρ. 4, 37),και κατόπιν ως μορφή της αντιοχειανής Εκκλησίας (13, 1 κ.ε. προφήτης και διδάσκαλος) ήταν ένας γεννημένος «». Όπως κι ο Παύλος, προερχόταν από την ιουδαϊκή Διασπορά (Κύπρο). Αργότερα επήλθε μία μάλλον παροδική των σχέσεων του με τον Παύλο, που αποτυπώνεται στο Πρ. 15, 36-40. Αποδίδεται σε προσωπικούς λόγους, ενώ πρέπει να είχε και θεολογικά αίτια (πρβλ. Γαλ. 2, 13). Κατόπιν ο Βαρνάβας χάνεται από τον ορίζοντα17. Στη Σύνοδο, σύμφωνα με το Γαλ. 2, 7-9, μεταξύ των στύλων-στυλοβατών Ιακώβου, Κηφά και Ιωάννη από τη μια μεριά ως εκπροσώπων της ιεροσολυμητικής Εκκλησίας και του Παύλου και του Βαρνάβα ως εκπροσώπων της επέρχεται ένας συμβιβασμός που επισφραγίζεται με το των χεριών ως ένδειξη αναγνώρισης. Συμφώνησαν να κηρύττει ο Παύλος στους εθνικούς κι αυτοί στους Ιουδαίους18. Αναγνωρίστηκαν το ευαγγέλιο και η αποστολικότητα του Παύλου, και εισάγεται η διαφοροποίηση μεταξύ Ευαγγελίου της ακροβυστίας (που κηρύττεται στους εθνικούς από τον Παύλο) και αυτού της , που κηρύττεται αντιστοίχως στους Ιουδαίους από τον Πέτρο. Ταυτόχρονα γίνεται λόγος και για Αποστόλους της περιτομής και αποστόλους των εθνών. Η παραπάνω διαφοροποίηση μεταξύ των δύο ευαγγελίων και η σημασία τους είναι ερμηνευτικά αινιγματική. Σημαίνει άραγε η διαφοροποίηση διαίρεση/σχίσμα στους κόλπους της Εκκλησίας; Με τη συνείδηση ότι δεν είναι δυνατόν να μεταφέρουμε όρους σημερινούς σε μια τόσο πρώιμη εποχή, οφείλουμε να διαπιστώσουμε ότι η ενότητα της Εκκλησίας δεν . Αυτό το επιβεβαιώνει το σφίξιμο των χεριών, η κοινωνία (Γαλ. 2, 9) που δηλώνει την κοινότητα η οποία επιτεύχθηκε μέσω του αμοιβαίου συμβιβασμού, χωρίς να διασπασθεί η Εκκλησία. Η αυτή είναι δεδομένη σε τελική ανάλυση μέσω του Σώματος του Χριστού, στο οποίο ανήκουν όλοι όσοι διά της πίστης το σωτηριώδες ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού (Ιουδαίοι και Έλληνες). Αυτό στο οποίο υπήρχε διαφοροποίηση είναι η αξιολόγηση του Νόμου. Ενώ οι Ιουδαίοι που πίστεψαν στον Χριστό εφήρμοζαν την , το , και έδιναν την εισφορά στο Ναό, όλα αυτά δεν ίσχυαν για τους εξ εθνών χριστιανούς. Για τον Παύλο ήταν βασικό οι κοινότητες που ιδρύθηκαν απ’ αυτόν να θεωρούνται ισότιμες, αφού οι ιουδαϊκές συνήθειες δεν είχαν πλέον σημασία για τη σωτηρία τους. Διά της και της Βάπτισης μεταβλήθηκαν σε απλά έθιμα που κάποιοι χριστιανοί ακόμη σέβονταν. Με αυτόν τον τρόπο οι αντίπαλοι του Παύλου μπόρεσαν να αναγνωρίσουν την αποστολή του, έστω κι αν δεν την υιοθέτησαν. Είναι ενδιαφέρουσα η συνεχώς επανερχόμενη ερώτηση εάν ο συμβιβασμός που επιτεύχθηκε μεταξύ των «στύλων» της Εκκλησίας από τη μία πλευρά και των Παύλου και Βαρνάβα από την άλλη, όπως καταγράφεται στο Γαλ. 2 απηχεί την πρωτότυπη διατύπωση-συμφωνία, εάν δηλ. αποδίδει το κείμενο ενός Πρωτοκόλου. Ο P. Stuhlmacher απέδειξε ότι η διατύπωση είναι παύλεια. Δεν υπάρχει εξωβιβλική μαρτυρία όπου να χρησιμοποιείται το αφηρημένο ως προσδιορισμός των Ιουδαίων ενώ και για το αφηρημένο ως προσδιορισμό των Ελλήνων υπάρχουν ελάχιστες μαρτυρίες. Προφανώς αυτοί οι όροι ανήκουν στο λεξιλόγιο και σε αυτό της ελληνιστικής ιεραποστολής. Ίσως ο Παύλος και ο Βαρνάβας ήταν εκείνοι που τους εισήγαγαν στη συζήτηση, η οποία πρέπει να ήταν εξαιρετικά έντονη και ο απόστολος των εθνών συμμετείχε σε αυτήν με πάθος. Έτσι μάλλον έχουμε ίχνη του που επήλθε στη Σύνοδο. Εκτός όμως των δύο ομάδων του Ιακώβου, του Κηφά, του Ιωάννη από τη μια μεριά και του Παύλου και Βαρνάβα από την άλλη πλευρά υπήρχε και μία τρίτη. Δεν διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στο Γαλ. 2. Μνημονεύονται, όμως, και στη συνάφεια που ερευνάμε αξίζουν το ιδιαίτερο ενδιαφέρον μας. Ο Παύλος δεν τους κατονομάζει, ομιλεί όμως οργισμένα για ψευδαδέλφους που είχαν περιταμεί κι είχαν γλιστρήσει ανάμεσά μας σαν με στόχο την ελευθερία μας που την έχουμε χάρη στο έργο του Ιησού Χριστού, που θέλουν να μας κάνουν (2, 4). Σίγουρα δεν υιοθέτησαν το συμβιβασμό και δεν κατάφεραν να υποχρεώσουν το συνοδό του Παύλου Τίτο, που ήταν εθνικός και τον είχε πάρει μαζί του ο απόστολος ως παράδειγμα χριστιανού εξ εθνών, να υποβληθεί στην περιτομή (2, 3). Οι θέσεις τους ήταν οι εξής: δεν υπάρχει σωτηρία χωρίς το . Γι’ αυτό είναι απαραίτητο όχι μόνον οι πιστοί εξ Εβραίων, αλλά όλοι οι πιστοί να υποστούν την περιτομή και να εφαρμόζουν το Νόμο, γιατί με αυτόν τον τρόπο εκκεντρίζονται –- στη Διαθήκη. Η Εκκλησία εντάσσεται στον Ισραήλ. Παραμένει ο Ισραήλ εντός του Ισραήλ. Ο Χριστός συνιστούσε την έσχατη του Θεού προς τον εκλεκτό λαό Του. Έτσι δεν υποκαθίσταται η από το Βάπτισμα. Όποιος αμφισβητεί αυτό, κάνει τον Χριστό της αμαρτίας (πρβλ. Γαλ. 2, 17). Ορθά έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι ψευδάδελφοι που καταπολεμά ο Παύλος προέρχονταν από τους κύκλους των –όπως κι ο ίδιος- . Μέσω της εντολής της περιτομής επιδιώκουν να ελέγχουν και τον Παύλο. Στην περίοδο που έπεται της Αποστολικής Συνόδου δεν σταματούν να επιτηρούν με εμπάθεια τη δράση του αποστόλου. Επιχειρούν να εμποδίσουν την παύλεια ιεραποστολή ή να την αναχαιτίσουν. Έτσι παρεισφρύουν οι ίδιοι ή εκπρόσωποί τους στις Κοινότητες της Γαλατίας και απαιτούν εκ των υστέρων από τους πιστούς που μύησε ο Παύλος την περιτομή. Σε αυτό το πλαίσιο γράφει ο Παύλος την Προς Γαλάτας. Σε αυτή την επιστολή ήδη από την Εισαγωγή απαντούν τα προειδοποιητικά λόγια: απορώ πώς τόσο γρήγορα απομακρύνεστε από τον Θεό, που σας κάλεσε με τη χάρη του Χριστού κι ακολουθείτε ένα άλλο ! Δεν υπάρχει όμως άλλο ευαγγέλιο. Υπάρχουν μόνο μερικοί που σας αναστατώνουν και θέλουν να διαστρεβλώσουν το ευαγγέλιο του Χριστού. Αλλά κι αν εμείς ή ακόμη ένας άγγελος από τον ουρανό σας κηρύξει διαφορετικό από το ευαγγέλιο που σας κηρύξαμε, αυτός να είναι ανάθεμα! (1, 6-8). Εναντίον του Παύλου έδρασαν στους και στην . Από την Προς συνάγεται ότι σχεδίαζαν να παρεισφρύσουν και εκεί. Δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε εγγύτερα τους αντιπάλους του Παύλου. Δεν πρέπει όμως να συγκροτούσαν μέτωπο.