Ερμηνεία Ευαγγελικών & Αποστολικών Περικοπών

Άσκηση 1: Η ΟΔΟΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ

Shimon Gibson, Οι τελευταίες ημέρες του Ιησού με βάση τα αρχαιολογικά Ευρήματα, (Μτφρ. Σ. Δεσπότη, Ι. Γρηγοράκη), Αθήνα: Ουρανός 2010 http://www.psichogios.gr/site/ Books/show?cid=1000233.

Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ’, Ιησούς από Ναζαρέτ. Β’ Μέρος: Από την Είσοδο στην Ιερουσαλήμ μέχρι και την Ανάσταση, Αθήνα: Ψυχογιός 2012, σσ. 296.http://www.psichogios.gr/site/Books/show/1001205

Ερώτηση 1 (Συμπλήρωση Κενών (Αυστηρή Ταυτοποίηση) — 21 βαθμοί) 

Ερώτηση 1: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΒΑΣΗ ΤΟΥ Ι.ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ 1

Όταν πραγματοποίησε ο Ιησούς το τελικό του ταξίδι προς την Ιερουσαλήμ σε ηλικία ετών θα θεωρούνταν από τους συγχρόνους του ως άνδρας ευρισκόμενος στο της ηλικίας Του αφού το προσδόκιμο της ζωής ήταν τότε κατά πολύ από σήμερα. Ελάχιστοι ζούσαν πέρα των . Σύμφωνα με τον Μάρκο: Καὶ ἐκεῖθεν ἀναστὰς ἔρχεται εἰς τὰ ὅρια τῆς Ἰουδαίας πέραν τοῦ Ἰορδάνου, καὶ συμπορεύονται πάλιν ὄχλοι πρὸς αὐτόν, καὶ ὡς εἰώθει πάλιν ἐδίδασκεν αὐτούς (Μκ. 10, 1). Όντως το τελευταίο ταξίδι του Ιησού από τη στην Ιερουσαλήμ δεν περιγράφεται καν στο Κατά Ιωάννη, παρά μόνον εμμέσως περιγράφοντας την εμφάνιση του Ιησού στην Κάτω Κοιλάδα του Ιορδάνη. Ο Ιησούς ξεκινά νότια της με τους μαθητές Του, τα μέλη της Του και άλλους ακολούθους. Ο Λουκάς αναφέρει ότι χάραξαν την πορεία τους μεταξύ των ορίων της Γαλιλαίας και της Σαμάρειας, το οποίο πρέπει να σημαίνει ότι εισήλθαν στην αυτόνομη περιοχή της . Τα πλούσια αγροτικά μέρη της Σκυθοπόλεως δεν κληροδοτήθηκαν στα παιδιά του μετά το θάνατό του, αλλά περιήλθαν στην κατοχή του επάρχου της Συρίας. Από εκεί ο Ιησούς θεωρητικά είχε τη δυνατότητα να ακολουθήσει μία από τις τρεις πιθανές οδούς για να φθάσει στα Ιεροσόλυμα: μία οδό που ανεβαίνει τους βόρειους λόφους της προς τη Γιενίν, κατευθύνεται νότια κατά μήκος τής ραχοκοκαλιάς της λοφοσειράς που φθάνει μέχρι τη και μετά καταλήγει στην Ιερουσαλήμ. Μια πιο ευθεία οδός κατευθύνεται νότια της Σκυθόπολης, κατά μήκος των δυτικών παρυφών της Κοιλάδας του Ιορδάνη προς την Ιεριχώ, αφού διέλθει από τις πόλεις Φασαελίς και Αρχελαΐς. Μία άλλη οδός διατρέχει τις παρυφές της Κοιλάδας του Ιορδάνη, όπου φθάνει κάποιος μέσω ενός περάσματος (της γέφυρας ed-Damieth) πάνω από τον ποταμό (Ιορδάνη), όχι μακριά από τη Σκυθόπολη. Αυτή η οδός διασχίζει το Ghor και κατευθύνεται νότια μέχρι τη που βρίσκεται απέναντι από την Ιεριχώ. Η οδός που επέλεξε ο Ιησούς είναι σημαντική για να κατανοήσει κάποιος το παρασκήνιο της παρουσίας Του στα Ιεροσόλυμα. Εάν έλαβε την πρώτη οδό, θα εξέθετε τους ακολούθους Του σε κίνδυνο. Επιλέγοντας τη δεύτερη οδό, ο Ιησούς θα ερχόταν σε μία αχρείαστη σύγκρουση με τις ιουδαϊκές αρχές προτού ακόμη φθάσει στην Ιερουσαλήμ. Αντιθέτως η τρίτη οδός πέραν του Ιορδάνη τον οδήγησε σε φιλική περιοχή, αφού δύο έτη νωρίτερα είχε ενταχθεί στον κύκλο των βαπτιστών στον οποίον ηγούνταν ο Ιωάννης ο . Επίσης ο Ιησούς ως κάτοικος της Κάτω Γαλιλαίας, η οποία ανήκε στην επαρχία της (την επαρχία του Ηρώδη ), θα αισθανόταν μεγαλύτερη άνεση να ταξιδέψει διαμέσω αυτών των επιπρόσθετων περιοχών της συγκεκριμένης επαρχίας (Περαίας) στην αντίπερα όχθη του Ιορδάνη (η οποία περιελάμβανε ένα αξιόλογο κομμάτι της κεντρικής ) χωρίς πολλά εμπόδια από τις αρχές. Το ίδιο δεν θα συνέβαινε εάν αποφάσιζαν να ταξιδέψουν μέσω της Ιουδαίας. Επιπλέον η δεύτερη οδός διαμέσω των υψιπέδων της Σαμάρειας θεωρούνταν επικίνδυνη. Οι Σαμαρείτες ήταν γνωστό ότι παρενοχλούσαν Ιουδαίων ταξιδιωτών. Ο Ιουδαίος ιστορικός Ιώσηπος αφηγείται πώς καθώς μία μεγάλη ομάδα Ιουδαίων διέσχιζε την πεδιάδα της Σαμάρειας κι ενώ αυτοί ανέβαιναν (στα Ιεροσόλυμα) για την εορτή, δέχθηκε επίθεση και μερικά από τα μέλη της δολοφονήθηκαν. Παρότι η –η Σαμάρεια της Π.Δ.- ήταν μια ειδωλατρική πόλη, η σαμαρειτική παρουσία στην επαρχία ήταν ισχυρή. Από τον Λουκά και τον Ιωάννη αποδεικνύεται ότι ο ίδιος Ιησούς επισκέφτηκε την περιοχή της Σαμάρειας, ενώ σύμφωνα με τον Ματθαίο απαγόρευσε στους μαθητές του να κατευθυνθούν εκεί (10, 5). Πράγματι κοντά στη Σεβαστή στην πηγή (το φρέαρ του Ιακώβ) μία ντόπια γυναίκα ρώτησε εμφαντικά τον Ιησού σχετικά με την παρουσία Του εκεί αφού οι Ιουδαίοι δε συναναστρέφονται με τους Σαμαρείτες (Ιω. 4, 9) 17. Ωε τελευταίο επιχείρημα υπέρ της τρίτης οδού θα μπορούσε να προταθεί και το εξής: η διέλευση του Ιησού, ο οποίος σύμφωνα με τις ευαγγελικές αναφορές συνοδευόταν από ένα πλήθος ανθρώπων, θα φαινόταν επικίνδυνη και παράτολμη κατά μήκος των δυτικών παρυφών της Κοιλάδας του Ιορδάνη, αφού πρόκειται για εκτεταμένη ιουδαϊκή επαρχία υπό τον έλεγχο μάλιστα του Ρωμαίου επάρχου. Συνοψίζοντας τα ανωτέρω, ο Ιησούς δεν ήταν απλώς ένας προσκυνητής ενταγμένος σε ένα καραβάνι καθ’ οδόν για να εορτάσει το Πάσχα στην Ιερουσαλήμ, αλλά ο των μαθητών αλλά και άλλων ακολούθων –ένα γεγονός που οι αρχές ίσως θεωρούσαν ως απειλητικό. Θα ήταν δύσκολο για τον Ιησού να περάσει απαρατήρητος από την πόλη Αρχελαΐδα που είχε κτιστεί επί της οδού, δώδεκα ρωμαϊκά μίλια (δεκαοχτώ χιλιόμετρα) βόρεια της Ιεριχώ.

Ερώτηση 2 (Συμπλήρωση Κενών (Αυστηρή Ταυτοποίηση) — 46 βαθμοί) 

Ερώτηση 2: ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΙΙ

Ως ένα δευτερεύον θέμα ανακαλύψαμε την προσταγή προς τους Χριστιανούς να δραπετεύσουν από την Ιερουσαλήμ τη στιγμή μιας καταστροφής που συμβαίνει στο και δεν περιγράφεται εγγύτερα. Δεν υπάρχουν βάσιμες αμφιβολίες για την ιστορικότητα αυτής της φυγής στην υπεριορδάνεια Πέλλα. Αυτή η λεπτομέρεια για μας μάλλον δεν έχει ουσία, έχει όμως μια θεολογική σημασία που δεν πρέπει να υποβαθμίσουμε: η μη συμμετοχή στην πολεμική υπεράσπιση του Ναού που μετέτρεψε τον ιερό χώρο σε οχυρό και θέατρο φρικιαστικών στρατιωτικών επιχειρήσεων αντιστοιχεί ακριβώς στη γραμμή, την οποία εγκαινίασε ο την εποχή της πολιορκίας της Ιερουσαλήμ υπό των Βαβυλωνίων (πρβλ. π.χ. Ιερ. 7, 1–15. 38,14–28). Ο Joachim Gnilka κατεξοχήν επεσήμανε τη συνάρτηση αυτής της στάσης με τον πυρήνα του κηρύγματος του Ιησού: είναι εξαιρετικά απίθανο να συμμετείχαν οι ιεροσολυμΊτες χριστιανοί στον πόλεμο, καθώς ο χριστιανισμός της Παλαιστίνης παραδίδει την παράδοση της επί του . Επίσης έπρεπε να γνώριζαν τις εντολές του Ιησού για αγάπη προς τους εχθρούς και άρνηση άσκησης και ανταπόδοσης βίας. Επίσης γνωρίζουμε ότι οι χριστιανοί δεν συμμετείχαν στην επανάσταση κατά την εποχή του αυτοκράτορα Αδριανού. Ένα επιπλέον ουσιαστικό στοιχείο της εσχατολογικής Ομιλίας του Ιησού είναι η προειδοποίηση αναφορικά με τους και την αποκαλυπτική . Με αυτή συνδέονται η απαίτηση για νίψη και την οποία ο Ιησούς αναπτύσσει με μια σειρά από παραβολές ιδιαίτερα την παραβολή των φρόνιμων και των μωρών (Μτ. 25, 1-13) όπως και στα λόγια για τον εν εγρηγόρσει ευρισκόμενο φύλακα της θύρας (Μκ. 13, 33-36). Ακριβώς αυτά τα λόγια καταδεικνύουν με σαφήνεια τι εννοείται με την εγρήγορση: τη μη δραπέτευση από το , όχι φαντασιώσεις για το , όχι λησμοσύνη της εντολής –αντιθέτως: σημαίνει να πράττει κάποιος το σωστό , όπως θα όφειλε ευρισκόμενος ενώπιον των οφθαλμών του Θεού. Οι Ματθαίος και Λουκάς παραδίδουν την παραβολή του δούλου ο οποίος διαπιστώνει την καθυστέρηση της του Κυρίου, αφού ο Κυρίου φαίνεται να απουσιάζει, σφετερίζεται το αξίωμα του Κυρίου, κτυπά τους δούλους και τις δούλες, αφήνεται στην καλοπέραση. Ο καλός δούλος παραμένει δούλος, αισθάνεται την ευθύνη. Κατανέμει σε όλους το δίκαιο και επαινείται από τον Κύριο διότι ενεργεί με αυτό τον τρόπο: η αυθεντική εγρήγορση είναι η επιτέλεση της δικαιοσύνης. Το να είσαι σε εγρήγορση σημαίνει να γνωρίζεις ότι κατά το βρίσκεσαι ενώπιον των οφθαλμών του Θεού και να πράττεις ωσάν να ενεργείς κάτω από τα μάτια Του. Με δραστικό- εναργή τρόπο και συγκεκριμένα ο Παύλος στη Β’ Θεσ. το ανέφερε στους παραλήπτες του πού ακριβώς έγκειται η χριστιανική εγρήγορση: Κι όταν ήμασταν κοντά σας, αυτό σας παραγγέλλαμε: Όποιος δεν θέλει να , αυτός να μη τρώει κιόλας. Γιατί μαθαίνου¬με ότι μερικοί από σας είναι αργόσχολοι, δηλαδή δεν εργάζονται, αλλά περιεργάζον¬ται τους άλλους. Σ' αυτούς παραγγέλλουμε και τους παρακαλούμε, στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, να ηρεμήσουν και να εργάζονται κανονικά, για να το ψωμί τους. (Β’ Θεσ. 3, 10-12 ΕΒΕ) . Ένα επιπλέον σημαντικό στοιχείο της εσχατολογικής Ομιλίας του Ιησού είναι η υπόμνηση των επικείμενων των δικών Του. Και σ’ αυτό το σημείο προϋποτίθεται η εποχή των εθνών διότι ο Κύριος δεν αναφέρεται μόνον στο γεγονός οι μαθητές Του θα οδηγηθούν ενώπιον και συναγωγών αλλά επίσης και μπροστά σε ηγεμόνες και βασιλείς (Μκ. 13, 19): το κήρυγμα του Ευαγγελίου θα ίσταται πάντα στο σημείο του –αυτό είναι εκείνο που πρέπει οι μαθητές του Ιησού να μαθαίνουν εκ νέου σε όλες τις γενιές. Ο σταυρός είναι και παραμένει το του Υιού του Ανθρώπου: η αλήθεια και η αγάπη δεν διαθέτουν κανένα άλλο όπλο στη μάχη ενάντια στο και στη βία παρά τη μαρτυρία του πάθους. Ας επανέλθουμε στο βασικό αποκαλυπτικό μέρος της εσχατολογικής Ομιλίας του Ιησού: στην εξαγγελία του τέλους του κόσμου, την επάνοδο του Υιού του Ανθρώπου και το παγκόσμιο δικαστήριο (Μκ. 13, 24-27). Εν προκειμένω είναι εκπληκτικό ότι αυτό το κείμενο σε μεγάλη έκταση συνυφαίνεται από λόγια της Π.Δ., κατεξοχήν από το βιβλίο του αλλά και από τον , τον Ησαΐα και άλλα κείμενα της Γραφής. Αυτά τα κείμενα από τη δική τους πλευρά βρίσκονται σε αμοιβαία συνάφεια: αρχαίες εικόνες ξαναγίνονται αντικείμενο σε καταστάσεις θλίψεων και αναπτύσσονται περαιτέρω. Εντός του ίδιου του βιβλίου του Δανιήλ μπορεί κάποιος να παρατηρήσει μια τέτοια διαδικασία καινούργιας των ίδιων των φράσεων σε μια εξελισσόμενη ιστορία. Ο Ιησούς εντάσσεται σε αυτή τη διαδικασία της . Εξ αυτού πρέπει να κατανοηθεί το γεγονός ότι η πιστεύουσα κοινότητα –όπως ήδη εν συντομία πραγματευτήκαμε- εξακολουθούσε από τη δική της πλευρά να επαναγιγνώσκει τα λόγια του Ιησού στις δικές της καταστάσεις με τέτοιο τρόπο βέβαια ώστε το βασικό μήνυμα να παραμείνει . Αλλά και το γεγονός ότι ο Ιησούς δεν απεικονίζει αυτά τα επερχόμενα ο ίδιος αλλά με αρχαία προφητικά λόγια έχει μια σημασία που υπεισέρχεται βαθύτερα. Καταρχάς ασφαλώς πρέπει να εστιάσουμε σε αυτό που συνιστά το καινούργιο: Ο ερχόμενος Υιός του Ανθρώπου, για τον οποίο μίλησε ο Δανιήλ (7, 13 κε.) χωρίς να του προσδώσει χαρακτηριστικά, είναι πλέον ταυτόσημος με τον που ομιλεί στους μαθητές. Τα αρχαία αποκαλυπτικά λόγια αποκτούν ένα κέντρο: στον πυρήνα τους παρουσιάζεται το Πρόσωπο του ίδιου του Ιησού, ο οποίος συνδέει το βιούμενο με το μυστηριώδες μέλλον. Το βασικό γεγονός είναι το , το οποίο παρά την πάροδο του χρόνου παραμένει πραγματικά παρόν. Σε αυτό το Πρόσωπο το μέλλον είναι ήδη παρόν. Το μέλλον τελικά δεν εντοπίζεται σε καμιά άλλη κατάσταση αφού είναι ήδη δεδομένη στη συνάντηση με τον Ιησού. Έτσι διά του εκκεντρισμού των κοσμικών εικόνων σε ένα Πρόσωπο, το οποίο είναι ήδη παρόν και γνωστό, η συνάφεια είναι δευτερεύουσα ενώ χάνει τη σημασία του και το ερώτημα περί του : το Πρόσωπο είναι/υπάρχει κατά την εξέλιξη των μετρήσιμων από τη φυσική πραγμάτων, έχει τον δικό του , . Αυτή η σχετικοποίηση του Κοσμικού ή καλύτερα αυτή η επικέντρωση στο Προσωπικό καταδεικνύεται με ιδιαίτερη σαφήνεια στον επιλογικό λόγο του αποκαλυπτικού μέρους: ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρελεύσονται (Μκ. 13, 31). Ο λόγος απέναντι στη βίαιη ισχύ του αμέτρητου υλικού κόσμου είναι ωσάν ένα τίποτε, μια πνοή ενός στο σιωπόν μέγεθος του - κι όμως ο λόγος είναι πιο αληθινός και πιο σταθερός από όλον τον υλικό κόσμο. Αυτή είναι η αυθεντική πραγματικότητα στην οποία μπορεί κάποιος να δείξει εμπιστοσύνη: το έδαφος στο οποίο μπορούμε να σταθούμε ακόμη και κατά τη συσκότιση του ήλιου και την κατάρρευση του στερεώματος. Τα κοσμικά στοιχεία παρέρχονται. Ο λόγος του Ιησού είναι το αυθεντικό κάτω από το οποίο ο άνθρωπος μπορεί να σταθεί και να υπάρχει. Αυτή η επικέντρωση στο , η μεταμόρφωση των αποκαλυπτικών Οραμάτων, η οποία βρίσκεται, όμως, σε αντιστοιχία με την εσωτερική κατεύθυνση των παλαιοδιαθηκικών εικόνων, αποτελεί το αυθεντικά ξεχωριστό στα λόγια του Ιησού αναφορικά με το τέλος του Κόσμου: αυτό που εμπεριέχει το μήνυμα. Έτσι μπορούμε επίσης να κατανοήσουμε τι σημαίνει ότι ο Ιησούς δεν περιγράφει το τέλος του κόσμου, αλλά το εξαγγέλλει με τα ήδη δεδομένα της Π.Δ. Η αναφορά στο μέλλον με λόγια του παρελθόντος αποχρονίζει αυτές τις Ομιλίες. Δεν πρόκειται για μια ανακαλυφθείσα περιγραφή του Ερχόμενου, όπως αναμένεται από τους , αλλά για μια επισύναψη της θεωρίας του Ερχόμενου στον λόγο του Θεού που ήδη έχει δωρηθεί και του οποίου καταδεικνύονται η αφενός αλλά και οι ανοικτές του αφετέρου. Καθίσταται σαφές ότι ο λόγος του Θεού που ακούστηκε τότε, φωτίζει το μέλλον όσον αφορά στη βασική του σημασία. Δεν πρόκειται για καμιά περιγραφή αυτού του μέλλοντος παρά μόνον καταδεικνύεται σε εμάς σήμερα η ορθή οδός για το τώρα και το αύριο. Τα αποκαλυπτικά λόγια του Ιησού δεν έχουν να κάνουν με χρησμούς. Θέλουν ακριβώς να μας οδηγήσουν από την εξωτερική περιέργεια σε αυτό που πρέπει να γίνει αντικείμενο θεωρίας και έτσι να μας οδηγήσουν στο ουσιαστικό: στη ζωή στο έδαφος του του Θεού τον οποίο μας προσφέρει ο Ιησούς, στη συνάντηση με Αυτόν τον Λόγο, στην υπευθυνότητα ενώπιον του κριτή των ζώντων και των νεκρών.

Ερώτηση 3 (Συμπλήρωση Κενών (Αυστηρή Ταυτοποίηση) — 25 βαθμοί) 

Ερώτηση 3 : Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΒΑΣΗ ΤΟΥ Ι.ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ 3

Ο Iησούς και η συνοδεία του πέτυχαν να φθάσουν στην Ιερουσαλήμ με ασφάλεια από την κατεύθυνση της Ιεριχώ χωρίς καμία παρενόχληση ή εμπόδιο από τις ρωμαϊκές αρχές που ήλεγχαν τον δρόμο. Πιθανόν το έκαναν αυτό αναμιγνυόμενοι με το ρεύμα των Ιουδαίων που διάβαινε προς την πόλη με χαρά για τα επερχόμενα γεγονότα του Πάσχα. Φθάνοντας, όμως, στη , στα ανατολικά περίχωρα της πόλης, όλα προφανώς άλλαξαν: τα πλήθη ξαφνικά κατάλαβαν ποιος ήταν ο Ιησούς και σε κατάσταση σχεδόν έκστασης και τραγουδούσαν πανηγυρικά. Στην έρευνά μου για τον ιστορικό Ιησού πολλές φορές αναρωτήθηκα τι ακριβώς συνέβη την ημέρα της άνοιξης του έτους 30 μ.Χ. στο χωριό της στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ. Συνειδητοποίησαν άραγε ξαφνικά τα πλήθη ότι οι μεσσιανικές τους προσδοκίες μόλις εκπληρώθηκαν; Ανακάλεσε άραγε ο λαός στο νου του τα λόγια του προφήτη που αφορούν στη θριαμβευτική είσοδο ενός βασιλιά στη Σιών που θα επιβαίνει σε όνου (9, 9); Τα νέα της θριαμβευτικής άφιξης του Ιησού δεν θα διαδίδονταν σαν πυρκαγιά στην πόλη όταν αυτός και οι μαθητές του κατέβαιναν την πλαγιά του όρους των για να εισέλθουν στην Ιερουσαλήμ; Η υποδοχή του Ιησού δεν θα γινόταν αντικείμενο παρατήρησης από τις ρωμαϊκές αρχές και όλη αυτή η έκσταση δεν θα τους καθιστούσε επιφυλακτικούς; Μήπως άραγε ήταν ένα γεγονός απλό και όχι τόσο πολύχρωμο/πομπώδες, όπως το παρουσιάζουν οι ευαγγελικές αφηγήσεις, το οποίο οργανώθηκε από τους μαθητές απλώς για να εορτάσουν την άφιξη του αγαπημένου τους αρχηγού και δασκάλου στη Βηθανία; Πιστεύω ότι είναι πιθανότερο ο Ιησούς και οι ακόλουθοί να υιοθέτησαν έναν πιο τρόπο εισόδου στην πόλη. Διαφορετικά θα μπορούσαν να εκληφθούν από τους Ρωμαίους ως στασιαστές και ο Ιησούς θα συλλαμβανόταν εύκολα ίσως και προτού εισέλθει στην πόλη. Δεν υπάρχει κάτι που να αμφισβητεί το ότι ο Ιησούς διέγραψε την πορεία, όπως την περιγράφουν τα Ευαγγέλια, επιβαίνων σε πώλο με μερικούς ανθρώπους να στρώνουν τα ρούχα τους και κλαδιά δέντρων μπροστά από το διάβα του και να αινούν: ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου. Αλλά σε κάθε περίπτωση ήταν ένα γεγονός χαμηλών τόνων. Από την οπτική των Ρωμαίων στρατιωτών, οι οποίοι παρατηρούσαν (επέβλεπαν) την οδό της Βηθανίας, οι ενέργειες του Ιησού και της ομάδος Του δεν θα διακρινόταν από την συμπεριφορά και τις γεμάτες ευφροσύνη αναφωνήσεις άλλων άρτι αφιχθέντων προσκυνητών όταν για πρώτη φορά αντίκριζαν την Ιερουσαλήμ από μακριά. Oι ερευνητές δαπάνησαν πολύ χρόνο ερίζοντας σχετικά με την ιστορικότητα των ευαγγελικών αφηγήσεων που συνδέονται με τη Βηθανία: η άφιξη του Ιησού, η Του και η ανάσταση του Λαζάρου. Αλλά τι γνωρίζουμε σχετικά με το χωριό της καθεαυτό; Πού εντοπιζόταν και πώς ήταν (έμοιαζε) κατά την εποχή του Ιησού; Τα τρία Eυαγγέλια Μάρκος, Ματθαίος και Λουκάς συμφωνούν ότι η Βηθανία ήταν πλησίον ενός άλλου χωριού με το όνομα , κοντά στο Όρος των Ελαιών και ότι και τα δύο χωριά δεν απείχαν από το δρόμο που ακολούθησε ο Ιησούς από την Ιεριχώ προς την Ιερουσαλήμ. Αυτά ήταν μικρά χωριά, ίσως όχι μεγαλύτερα από την πατρίδα τού Ιησού, τη Ναζαρέτ, όπου αυτός θα αισθανόταν μάλλον άνετα να παραμένει. Απαντούν έντεκα ευαγγελικές αναφορές στη Βηθανία και τρεις στη Βηθφαγή. Η Βηθανία ήταν ένα από μία ομάδα χωριών γύρω από την Ιερουσαλήμ του 1ου αι. μ.Χ. που οριοθετούσε την έκταση της αγροτικής της περιφέρειας. Στις ραββινικές πηγές ειδικά η Βηθφαγή θεωρούνταν ότι οριοθετεί τα σύνορα της πόλης. Διασκορπισμένα ανάμεσα σ’ αυτά τα χωριά βρίσκονται πολυάριθμα αρχαία ερείπια από πεζούλες, φάρμες, στέρνες, τελετουργικές κολυμβήθρες (τα ιουδαϊκά miqwa’ot), αγροί αλλά και σπηλιές-τάφοι. Αυτή η περιοχή αποτελούσε το μεγάλο της Ιερουσαλήμ, που προμήθευε τους κατοίκους της με και κρασί, ποικίλα φρούτα και ξηρούς καρπούς, αλλά και που αναπτύσσονται σ’ αυλάκια που αρδεύονται από τις πηγές των νερών. Η Βηθανία (Beth) ταυτίζεται με σαφήνεια με το σύγχρονο χωριό της Παλαιστίνης el-Azariyeh. Τοποθετείται περί τα τρία χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Ιερουσαλήμ –κάτι το οποίο κατά προσέγγιση συμφωνεί με την απόσταση των 15 σταδίων (= 3 χλμ.) που μνημονεύονται στον Ιωάννη- ή 40 λεπτά πάνω σε άλογο36. Το μοντέρνο όνομα el-Azariyeh αποτελεί παραφθορά του ελληνικού (= ο τόπος του Λαζάρου) αλλά στα χρόνια της Π.Δ. η Βηθανία ίσως ήταν γνωστή ως (Beth) Ananaiah. Την εποχή του Ιησού τα σπίτια της αρχαίας Βηθανίας θα ήταν καλοχτισμένα με καλή κυκλοφορία του και μεγάλες εξωτερικές αυλές με προμήθειες για τα ζώα που χρησιμοποιούσαν για αγώγια στα κάτω δωμάτια, και με δωμάτια πάνω όπου έμεναν, μερικά εκ των οποίων στους εσωτερικούς τοίχους ήταν διακοσμημένα με απλά γεωμετρικά σχήματα. Πολυάριθμα αρχαιολογικά υπολείμματα ανακαλύφθηκαν στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα η Βηθανία και γύρω απ’ αυτήν όπου κατά παράδοση ήταν ο λαξευτός στην πέτρα τάφος του Λαζάρου. Η Βηθφαγή (που σημαίνει οίκος των σύκων ) ταυτίζεται με το χωριό Et-Tur στην ανατολική πλευρά της νότιας πλαγιάς του Όρους των Ελαιών. Ποικίλα αρχαιολογικά υπολείμματα έχουν ερευνηθεί σε αυτό το σημείο, συμπεριλαμβανομένων πρόσφατα αυτών (των υπολειμμάτων) μια πρέσσας μέσα σε ένα κτήριο. Όπως και η Βηθανία, το χωριό της εποχής του Ιησού ήταν μάλλον αρκετά μικρό. Ήταν το μέρος στο οποίο ο Ιησούς έστειλε δύο από τους μαθητές του για να φέρουν έναν πώλο όνου και όνο που χρειαζόταν για τη θριαμβευτική είσοδο στην ΙερουσαλήΜ. Στη βυζαντινή περίοδο επισκέπτονται το χωριό πολλοί προσκυνητές ενώ χτίστηκε επίσης και ένας ναός. Πολυάριθμα υπολείμματα έχουν ταυτοποιηθεί από την περίοδο των Σταυροφόρων. Δυστυχώς το νέο τείχος το οποίο είναι υπό ανοικοδόμηση για να διαχωρίσει τα ισραηλιτικά από τα παλαιστινιακά εδάφη, πιθανόν θα αποκόψει το χωριό από τα περίχωρά του. Το χωριό της Βηθανίας προφανώς χρησιμοποιούνταν ως έδρα –ίσως ως δεύτερη κατοικία- για τον Ιησού και τους μαθητές Του κατά τη διάρκεια των επισκέψεών τους στην Ιερουσαλήμ. Τα Ευαγγέλια των Μάρκου, Ματθαίου και Λουκά μνημονεύουν μόνον μία επίσκεψη του Ιησού στην Αγία Πόλη κατά τη διάρκεια της τελευταίας εβδομάδας της ζωής Του, ενώ ο Ιωάννης αναφέρει συχνές αναβάσεις στην Ιερουσαλήμ για να συμμετάσχει σε εορτές. Εκεί επισκεπτόταν μία σειρά από μέρη, συμπεριλαμβανομένου του Ναού και των παρακείμενων . Το ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: έμενε άραγε ο Ιησούς στη Βηθανία κατά τη Μ. Εβδομάδα ένεκα της έλλειψης στην Ιερουσαλήμ, όπου υπήρχε συμφόρεση με προσκυνητές για το Πάσχα, είτε επειδή φοβόταν να είναι πλησίον των ρωμαϊκών αρχών; Μου φαίνεται ότι ο βασικός λόγος παραμονής στο σπίτι της Βηθανίας και όχι κάπου αλλού ίσως ήταν η στενή φιλία του Ιησού με τον Λάζαρο και τις αδελφές του Μαρία και . Στην πραγματικότητα ήταν πολύ πιθανότερο με τις καθημερινές του μετακινήσεις εντός και εκτός της πόλης να κινητοποιήσει ο Ιησούς τις αρχές –επειδή θα έπρεπε να διέρχονταν συχνά από τις φρουρούμενες θύρες της πόλης- παρά με την παραμονή Του σε μόνιμα καταλύματα της πόλης κατά τη διάρκεια της εορτής. Τα ονόματα Μαρία (Μιριάμ) και Μάρθα (Μάρτα) ήταν πολύ συνηθισμένα τον 1ο αι. Οστεοφυλάκια με την επιγραφή Μάρθα είναι γνωστά από τάφο στο επονομαζόμενο Όρος της Επίθεσης, όχι μακριά από τη Βηθανία, και πολλά οστεοφυλάκια με το όνομα Μαρία βρέθηκαν σε άλλους τάφους γύρω από την Ιερουσαλήμ. Εκτός από τα αδέλφια Λάζαρο, Μαρία και Μάρθα, ακούμε επίσης στα Ευαγγέλια για έναν άλλο κάτοικο της Βηθανίας: τον Σίμωνα τον , ο οποίος μάλλον ήταν Φαρισαίος, και ίσως ήταν συγγενής (σύζυγος ή ;) της Μάρθας και της Μαρίας. Υπάρχουν δύο επεισόδια στα Ευαγγέλια τα οποία έχουν σημασία για την κατανόηση της σχέσης τού Ιησού με την συγκεκριμένη οικογένεια στη Βηθανία. Το πρώτο σχετίζεται με τη χρίση του Ιησού με λάδι και το δεύτερο με την ανάσταση του Λαζάρου. Θα εξετάσουμε κάθε μία από τις αφηγήσεις ξεχωριστά και θα διαπιστώσουμε εάν η αρχαιολογία μπορεί να ρίξει φως σ’ αυτές. Οι αντιθέσεις στις λεπτομέρειες της χρίσης στα διαφορετικά Ευαγγέλια έχει προκαλέσει πολλή συζήτηση ανάμεσα στους ερευνητές41. Σύμφωνα με τον Ιωάννη, η Μαρία έχρισε τα πόδια του Ιησού με λάδι και κατόπιν τα σκούπισε με τα μαλλιά της. Οι Μάρκος και Ματθαίος ωστόσο αναφέρουν ότι στην πραγματικότητα χρίστηκε το κεφάλι του Ιησού με λάδι ακριβό το οποίο βρισκόταν σε αλάβαστρο και ότι αυτή η πράξη πραγματοποιήθηκε από μία ανώνυμη γυναίκα (η οποία κατά πάσα πιθανότητα ήταν μέλος της οικογένειας) ενώ ο Ιησούς δειπνούσε στο σπίτι του Σίμωνα του λεπρού. Η ελληνική λέξη που χρησιμοποιείται για να κατονομάσει αυτή την εξωτερική φυσική χρίση είναι αλείφω. Το αλάβαστρο ήταν ένα συνηθισμένο είδος μπουκαλιού εκείνης της εποχής που χρησιμοποιούνταν για αρώματα ή εκλεκτά λάδια. Γι’ αυτό κι έχουν βρεθεί πολλά δείγματα στις αρχαιολογικές ανασκαφές. Στον Λουκά, όμως, η χρίση διαδραματίζεται νωρίτερα στην ευαγγελική αφήγηση και εντοπίζεται σαφώς σε μία διαφορετική τοποθεσία, όταν ο Ιησούς είναι ακόμη στη Γαλιλαία. Πιστεύω ότι η αφήγηση αναφέρεται σ’ ένα περιστατικό κατά τη διάρκεια των πρώιμων επισκέψεων του Ιησού στην Ιερουσαλήμ –εάν κάποιος υιοθετήσει τις αναφορές του Ιωάννη σε προγενέστερες επισκέψεις-. Σε ό,τι αφορά στην αφήγηση του Λουκά, αυτός ίσως δεν ενδιαφερόταν τόσο πολύ για τον ακριβή γεωγραφικό προσδιορισμό. Υπάρχει συμφωνία ότι το σπίτι που πραγματοποιήθηκε η χρίση είναι αυτό του Σίμωνα του Φαρισαίου, ο οποίος προσκάλεσε τον Ιησού να δειπνήσει μαζί του. Μία γυναίκα που προσδιορίζεται ως αμαρτωλή αλλά προφανώς ήταν μέλος του οίκου του Συμεών, είχε αλάβαστρο που περιείχε λάδι καὶ στᾶσα ὀπίσω παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ κλαίουσα τοῖς δάκρυσιν ἤρξατο βρέχειν τοὺς πόδας αὐτοῦ καὶ ταῖς θριξὶν τῆς κεφαλῆς αὐτῆς ἐξέμασσεν καὶ κατεφίλει τοὺς πόδας αὐτοῦ καὶ ἤλειφεν τῷ μύρῳ. Αργότερα λέει ο Ιησούς στο Σίμωνα: βλέπεις ταύτην τὴν γυναῖκα; εἰσῆλθόν σου εἰς τὴν οἰκίαν, ὕδωρ μοι ἐπὶ πόδας οὐκ ἔδωκας• αὕτη δὲ τοῖς δάκρυσιν ἔβρεξέν μου τοὺς πόδας καὶ ταῖς θριξὶν αὐτῆς ἐξέμαξεν. φίλημά μοι οὐκ ἔδωκας• αὕτη δὲ ἀφ᾽ ἧς εἰσῆλθον οὐ διέλιπεν καταφιλοῦσά μου τοὺς πόδας. ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου οὐκ ἤλειψας• αὕτη δὲ μύρῳ ἤλειψεν τοὺς πόδας μου (Λκ. 7, 44-46). Η χρίση των ποδών με λάδι/μύρο γενικά θεωρείται από τους επιστήμονες ως μία πρακτική που δεν συνηθιζόταν στην αρχαία Παλαιστίνη, άρα και προφανώς λανθασμένη42. Το επιχείρημα είναι ότι εάν κάποιο μέλος του σώματος του Ιησού χριόταν, αυτό θα έπρεπε να ήταν το κεφάλι Του (όπως αναφέρουν οι Μάρκος και Ματθαίος) προκειμένου να επιβεβαιωθεί το μεσσιανικό του αξίωμα. Πραγματικά το ρήμα m-sh-h στα εβραϊκά, το οποίο χρησιμοποιείται στις βιβλικές αφηγήσεις για να προσδιορίσει την πράξη της χρίσης, αποτελεί τη ρίζα της λέξεως Μεσσίας που κυριολεκτικά σημαίνει ο κεχρισμένος. Στην Π.Δ. χρίονταν οι άνθρωποι για να εξαρθεί το βασιλικό ή προφητικό τους αξίωμα (πρβλ. τη χρίση του βασιλέως Σαούλ) αλλά και τα ιερά αντικείμενα. Όχι μόνον υπάρχουν πολλά αρχαία κείμενα που αναφέρονται στη χρίση των ποδών με λάδι σε περιβάλλοντα ελληνικά και ρωμαϊκά, αλλά και στο Δευτερονόμιο μια διαθήκη επικυρωνόταν εμβαπτίζοντας το πόδι σε λάδι43. Η χρίση άλλων μελών του σώματος με λάδι επίσης αναφέρεται συνήθως στις βιβλικές πηγές και σε πολλές περιπτώσεις συνδεόταν με τελετουργικές και καθαρτικές δραστηριότητες σε εποχές νηστείας και θρήνου. Οι νεκροί επίσης χρίονταν, αφού αυτό ήταν μέρος της καθαρτήριας διαδικασίας, η οποία συνίστατο από το πλύσιμο του σώματος με νερό, τη χρίση του με λάδι και το τύλιγμά του ακολούθως με οθόνια, σάβανα. Αυτό που είναι εντυπωσιακό είναι ότι την εποχή του Ιησού και τον αιώνα που ακολουθεί η πρακτική της χρίσης με λάδι με σκοπό την κάθαρση επικρατεί επίσης και στη συνάφεια της οικίας. Στην αρχαιολογική ανασκαφή ιουδαϊκών σπιτιών του 1ου αι. μ.Χ. στην Ιερουσαλήμ, ανακαλύφθηκαν μικρές λίθινες λεκάνες εκτός της στέρνας που χρησιμοποιούνταν για λατρευτικούς καθαρμούς (miqwa’ot). Ορθά οι επιστήμονες αποδέχτηκαν ότι αυτές οι σκάφες χρησιμοποιούνταν για το νίψιμο των χεριών ή των ποδιών των προσώπων που έμπαιναν στις στέρνες για να εξαγνισθούν. Πράγματι στα πρώιμα ραββινικά συγγράμματα (τη Μισνά) πληροφορούμαστε αναφορικά με κάποιου είδους πλύσιμο από εκκρίσεις του σώματος πριν το τελετουργικό μπάνιο (m. Miqwa’ot). Δεν πρέπει ωστόσο να απορρίψουμε την πιθανότητα, εγκαταλείποντας κάποιος το λατρευτικό μπάνιο, να έχριε με λάδι στις ίδιες μικρές λεκάνες τα πόδια και τα χέρια του ως μέρος της διαδικασίας εξαγνισμού. Σε μία από τις ενότητες (tractates) της ραββινικής φιλολογίας μαρτυρείται ότι κατά το Σάββατο δεν πρέπει κάποιος να βάλει λάδι στο πόδι όταν αυτό βρίσκεται σε σανδάλι44. Πρόσφατα πραγματοποιήθηκε μία αρχαιολογική ανακάλυψη που ρίχνει καινούργιο φως στη χρίση των ποδών με λάδι κατά την εποχή του Ιησού. Η ανακάλυψη έγινε σε μια σπηλιά που ανασκάφηκε στη Σούμπα (Suba), δυτικά της Ιερουσαλήμ, όχι μακριά από την (κατά την παράδοση) πατρίδα του Ιωάννη του Βαπτιστή στο Εν Κέρεμ (En Kerem)45. Αυτό που είναι είναι συναρπαστικό είναι ότι στα πρώιμα επίπεδα της σπηλιάς που χρονολογούνται μεταξύ του ύστερου του 1ου αι. π.Χ. και των πρώτων χρόνων του 1ου αι. μ.Χ., τε. κατά την εποχή του Ιησού, ήλθε στο φως μια εγκατάσταση λίθινη που χρησιμοποιούνταν για λατρευτική χρίση των ποδών με λάδι46. Η άνω επιφάνεια του λίθου ήταν λαξευμένη με εσοχή στο σχήμα ενός δεξιού ποδιού και ένα κανάλι εκτεινόταν προς μια μικρή στρογγυλή κοιλότητα, η οποία θα χρησιμοποιούνταν για να τοποθετείται το δοχείο που περιείχε ελαιόλαδο. Το γεγονός ότι μόνον τα δεξιά πόδια χρίονταν σε αυτό το λίθο πρέπει να καταδεικνύει ότι πρόκειται για κάποιο λατρευτικό εξαγνισμό. Αλλιώς θα έπρεπε να υπάρχει ένα αντίστοιχος λίθος με χαραγμένο το «βυθισμένο» αποτύπωμα του αριστερού ποδιού. Η λίθινη εγκατάσταση ανακαλύφθηκε εντυπωμένη στο πάτωμα, στην άκρη μιας υδάτινης δεξαμενής στην οποία τελούνταν τελετουργικά εξαγνισμού παρόμοια με αυτά του Ιωάννη του Βαπτιστή. Η αρχαιολογική σκαπάνη αναδεικνύει ότι η σπηλιά χρησιμοποιούνταν για ομαδικά τελετουργικά που διεξάγονταν σ’ αυτήν πριν και μετά τις βαπτίσεις. Οι άνθρωποι πιθανόν συγκεντρώνονταν μπροστά από τη σπηλιά. Συμμετείχαν στην τελετή άτομα, τα οποία έστεκαν μέσα σε κύκλους που ορίζονταν από πέτρες και χρησιμοποιούσαν κεραμικά αγγεία ίσως για να χύνουν νερό ο ένας στον άλλο, προτού σύμφωνα με το τελετουργικό τα σπάσουν. Στη συνέχεια αυτοί που ήταν συγκεντρωμένοι εκεί θα βαπτίζονταν στο νερό πίσω από τη σπηλιά. Κατόπιν, τα πόδια τους χρίονταν με λάδι. Πιθανώς αυτή η χρίση του δεξιού ποδιού σηματοδοτούσε τη μετάβαση από τον φυσικό τρόπο ύπαρξης σε κατάσταση κάθαρσης. Σύμφωνα με τη δική μου αναπαράσταση του γεγονότος, πιστεύω μάλλον ότι αυτός που επιτελούσε τη νίψη και τη χρίση του ποδιού με λάδι από αγγείο ήταν ένα άλλο πρόσωπο από αυτόν που έκανε τη μύηση. Η τελετή της βαπτίσεως που επιτελείτο από τον Ιωάννη το Βαπτιστή στον Ιορδάνη παρουσιάζει ομοιότητες οι οποίες δεν είναι τυχαίες. Πρώτον ο λαός συγκεντρωνόταν στις όχθες του ποταμού για να λάβει άφεση αμαρτιών και μετά εισερχόταν στο νερό του ποταμού για να καθαρίσει το σώμα διά του λουτρού. Αναδυόμενοι από το νερό, αυτοί που μυούνταν ίσως χρίονταν με λάδι, αν και τα Ευαγγέλια σιωπούν γι’ αυτό.

Ερώτηση 4 (Συμπλήρωση Κενών (Αυστηρή Ταυτοποίηση) — 25 βαθμοί) 

Ερώτηση 4 : Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΒΑΣΗ ΤΟΥ Ι.ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ 2

Η Αρχελαΐς ιδρύθηκε από έναν από τους γιους του Ηρώδη του Μεγάλου, τον Ηρώδη , ο οποίος της έδωσε το όνομά του προκειμένου να λειτουργήσει ως κέντρο διακίνησης για τις απέραντες . Σήμερα το περιβάλλον φαίνεται μάλλον ψυχρό και ξερό. Τα αρχαία χρόνια, όμως, θα ήταν μια πόλη που ευημερούσε, ευρισκόμενη σε μία πράσινη όαση με βλάστηση. Γι’ αυτούς τους λόγους η οδός που καταδεικνύεται από τους Μάρκο και Ματθαίο στην αντίπερα όχθη του Ιορδάνη (πέραν του Ιορδάνη) τε. στις ανατολικές παρυφές της Κοιλάδας του Ιορδάνη και εντός της επαρχίας της Περαίας, είναι μάλλον αυτή που ακολούθησε ο Ιησούς προς την Ιερουσαλήμ. Το ταξίδι από την Καπερναούμ προς την Ιερουσαλήμ διαρκούσε παραπάνω από μία εβδομάδα, κάτι που εξαρτάτο από τον χρόνο που ο Ιησούς και η συνοδεία του δαπανούσαν σε κάθε στάση τους. Οι οδικές αρτηρίες αυτής της περιόδου ήταν , με πλάτος μεταξύ δύο και μέτρων, μαστορεμένες με σκληρές επιφάνειες και πέτρες που είχαν εξομαλυνθεί στα άκρα τους. Δεν υπήρχαν δρόμοι . Τα καραβάνια αποστελούνταν από ανθρώπους που ταξίδευαν με τα πόδια κρατώντας ράβδους, ενώ μετέφεραν τροφή και προμήθειες στις τους. Οι πρεσβύτεροι και οι νεότεροι ίσως χρησιμοποιούσαν γαϊδούρια ή μουλάρια. Η κοιλάδα του Ιορδάνη είναι ένα απαίσιο μέρος για να το διασχίζεις το , αφού η ζέστη είναι εφιαλτική. Όμως η περιοχή κατά τη διάρκεια του χειμώνα και της άνοιξης έχει ήπιο κλίμα, επιτρέποντας στους διαβάτες τον ύπνο στην ύπαιθρο σε σημεία στάσης. Θα σταματούσαν σε μικρά χωριά και πηγές νερού κατά μήκος του δρόμου. Αυτή η οδός που επέλεξε ο Ιησούς θα τον οδηγούσε δίπλα σε μέρη όπου πριν σύχναζε και βάπτιζε ο μέντοράς του, ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, δηλ. την Αινών και τη . Πιστεύω ότι η παρουσία τού Ιησού στην Κοιλάδα του Ιορδάνη ήταν προϊόν στρατηγικής επιλογής του: εκεί θα μπορούσε να ασκήσει τη θεραπευτική δράση Του και να ισχυροποιήσει τη θέση Του αναδεικνυόμενος ως ο διακεκριμένος συνεχιστής του Ιωάννη του Βαπτιστή. Ο Ιησούς ίσως απέτυχε στην προσπάθειά Του να κερδίσει μεγάλη υποστήριξη από το κίνημα του Βαπτιστή. Με μεγάλη βεβαιότητα επισκέφθηκε τη κοντά στις πηγές του Αινών, όχι μακριά νοτίως της Σκυθοπόλεως, και παρέμεινε εκεί για λίγο, προτού συνεχίσει την πορεία Του. Αινών είναι ο τόπος όπου ο Ιωάννης ο Βαπτιστής βάπτιζε πριν τον θάνατό του το 28 μ.Χ. Η ταξιδιώτισσα Αιθερία (ή Ηγερία ή Ευχερία. 384 μ.Χ.) έγραψε ότι κατεβαίνοντας από τον κεντρικό δρόμο δυτικά του Ιορδάνη, πέρασε από μια πλατιά πεδιάδα και πλησίασε ένα μεγάλο χωριό που ονομαζόταν Σεντιμά, με ένα ναό στο λοφίσκο, κοντά σε μία καλή καθαρή πηγή νερού το οποίο κυλούσε σχηματίζοντας ένα ρεύμα. Υπήρχε μάλιστα ένα είδος δεξαμενής μπροστά από την πηγή στην οποία φαίνεται ότι ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής τελούσε το βάπτισμα. Ένα άλλο μέρος που πιθανόν ο Ιησούς προσέγγισε κατά τη διάρκεια του τελικού του ταξιδιού είναι η Βηθαραβά, που εντοπίζεται στην Κάτω Κοιλάδα του Ιορδάνη, βόρεια της Νεκράς Θαλάσσσης, αν και το μέρος δεν μνημονεύεται από το Μάρκο, το Ματθαίο ή το Λουκά. Ο Ιωάννης, όμως, τονίζει ότι ο Ιησούς πήγε πέραν του Ιορδάνη, στο χώρο όπου καταρχάς βάπτιζε ο Ιωάννης και έμεινε εκεί (10, 40). Πρέπει να συμπεράνουμε ότι αναφέρεται στη Βηθαραβά. Η Βηθαραβά (οίκος του περάσματος) ήταν ένα χωριό που βρισκόταν δίπλα σε μία γέφυρα του Ιορδάνη, βόρεια της Νεκράς Θαλάσσης, σε δρόμο προερχόμενο από την Υπεριορδανία που οδηγούσε προς δυσμάς στην . Η σπουδαιότητα αυτής της τοποθεσίας ως χώρου διάβασης δεν είναι δυνατόν να είχε διαφύγει του Ιησού. Από αυτό το σημείο ο Ιησούς του εισήλθε με τους Ισραηλίτες στη Γη της , ο Ηλίας διαίρεσε τα ύδατα του Ιορδάνη και ανελήφθη στον ουρανό επιβαίνων σε άρμα, αλλά και ο Ιωάννης ο Βαπτιστής εγκαινίασε τη δράση του και βάπτισε τον Ιησού. Έχοντας διαβεί τη γέφυρα της Βηθαραβά στον Ιορδάνη, ο Ιησούς ταξίδεψε κατά μήκος της πεδιάδας της για να ακολουθήσει την οδό που ανεβαίνει δυτικά ανάμεσα στους λόφους κατευθυνόμενη στα χωριά της Βηθανίας και Βηθφαγή και την πόλη της Ιερουσαλήμ. Η Ιεριχώ αποτελούσε κεντρικό σημείο σταθμού για τα καραβάνια των προσκυνητών που έφθαναν από το αλλά και . Ταξιδεύοντας έτσι κατά μήκος του δρόμου, ο Ιησούς έφθασε στην όαση της Ιεριχώ αλλά ίσως δεν παρέμεινε εκεί για πολύ. Ο Μάρκος περιγράφει την άφιξη του Ιησού στην Ιεριχώ τόσο άχαρα ώστε εμείς να αναρωτιόμαστε εάν συνέβησαν εκεί γεγονότα τα οποία ο Μάρκος ή η πηγή του ίσως θεώρησαν αδιάφορα και έτσι παραλήφθηκαν . Ως μία εναλλακτική λύση, ίσως το ύφος οφείλεται στη μετάφραση από το υλικό της πρωτότυπης πηγής στον Μάρκο από τα αραμαϊκά στα ελληνικά. Μία εντελώς διαφορετική ιστορία αναφέρεται στον Λουκά: Καὶ εἰσελθὼν διήρχετο τὴν Ἰεριχώ. 2 Καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος , καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης καὶ αὐτὸς πλούσιος (19, 1-10). Εάν ο Λουκάς είναι ακριβής και ο Ιησούς παρέμεινε για ένα διάστημα στην Ιεριχώ, καλό θα ήταν να γνωρίζουμε την όψη των σπιτιών αυτής της αρχαίας πόλης εκείνη την εποχή. Δυστυχώς εξ επόψεως αρχαιολογίας τίποτε δεν είναι γνωστό αναφορικά με τα κατοικήσιμα μέρη της, εκτός από το ότι ήταν αρκετά μεγάλη περιοχή με μία σπουδαία (την πηγή του Ελισσαίου, ή στα Αραβικά Ain es-Sultan) και ένα κοιμητήριο. Στην πόλη ήταν εγκατεστημένη μία μεγάλη κοινότητα που διακονούσαν στον ιεροσολυμιτικό Ναό. Η όαση της Ιεριχώ ήταν γνωστή για τις φυτείες με και χουρμάδες αλλά και την παραγωγή που είχε πολυπληθείς φαρμακευτικές χρήσεις. Νότια της πόλης, σε μία τοποθεσία που είναι σήμερα γνωστή στα αραβικά ως Tulul Abu el-Alayiq, ο Ηρώδης ο Μέγας έκτισε ένα σύμπλεγμα από πολυτελή χειμερινά . Γνωρίζω καλά τα ερείπια αφού σε πολλές περιπτώσεις αναριχήθηκα σ’ αυτά. Ανασκάφηκαν από τη δεκαετία του 70, αποκαλύπτοντας σκίαστρα, περιοχές κατοικίας και υπηρεσίας, δωμάτιο-μπάνιο, για κολύμπι και . Σε μία από τις πισίνες ο Ηρώδης έπνιξε τον αθώο έφηβο Αριστόβουλο από την οικογένεια των Ασμοναίων. Ο Ιησούς αφού ανηφόρισε τον κυματιστό δρόμο ανάμεσα σε πολλούς λόφους, τελικά έφθασε στην Ιερουσαλήμ από τα ανατολικά, μία ημέρα ταξίδι από την Ιεριχώ. Εμφανής μπροστά του ήταν ο μεγάλος ορεινός όγκος που είναι γνωστός ως Όρος των Ελαιών, με τα χωριά της Βηθσφαγή και της Βηθανίας (βλ. περισσότερα σχετικά με τα μέρη αυτά στο επόμενο κεφάλαιο). Κρυμμένη πίσω ήταν η πόλη της Ιερουσαλήμ και ο Ναός του Θεού.

Ερώτηση 5 (Συμπλήρωση Κενών (Αυστηρή Ταυτοποίηση) — 21 βαθμοί) 

Ερώτηση 5 : ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ Ι

Διαβάζοντας ή ακούγοντας με επιφανειακό τρόπο την εσχατολογική Ομιλία του Ιησού, προκαλείται η εντύπωση ότι ο Ιησούς χρονολογικά συνδέει άμεσα το τέλος της Ιερουσαλήμ με το τέλος του κόσμου, ιδιαίτερα όταν στον Ματθαίο απαντά η εξής φράση: μετά τη θλίψι εκείνων των ημερών, ο ήλιος θα σκοτισθεί και η σελήνη θα πάψει να φέγγει, και τα άστρα θα πέσουν απ' τον ουρανό και τα συστήματα των άστρων του ουρανού θα καταρρεύσουν. Και τότε θα φανεί στον ουρανό το του Υιού του Ανθρώ¬που, και τότε θα θρηνήσουν όλες οι φυλές της γης, και θα δουν τον Υιό του ανθρώπου να έρχεται πάνω στα σύννεφα του ουρανού με δύναμη και δόξα πολλή. Και θ' αποστείλει τους αγγέλους του με , που θα σαλπίζει δυνατά, και θα συνάξουν τους• εκλεκτούς του από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντος, από τα πέρατα της οικουμένης (24, 29-31) . Αυτή η άμεση χρονολογική συμπλοκή ανάμεσα στο τέλος της Ιερουσαλήμ και αυτό του Κόσμου ως συνόλου φαίνεται επιπροσθέτως να επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι λίγους στίχους μετά απαντούν τα λόγια: σας λέγω. Δεν θα παρέλθει αυτό το γένος έως ότου πραγματοποιηθούν όλα αυτά. Ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν αλλά οι λόγοι μου δεν θα παρέλθουν (24, 34). Με την πρώτη ματιά φαίνεται ότι ο Λουκάς έχει αμβλύνει αυτή τη συνάρτηση: και θα σφαχτούν και θα οδηγηθούν αιχμάλωτοι σ’ όλα τα έθνη και η Ιερουσαλήμ θα καταπατηθεί από τα έθνη μέχρι να οι καιροί των εθνών (Λκ. 21, 24-25) . Ανάμεσα στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ και το τέλος του κόσμου παρεμβάλλονται οι καιροί των εθνών. Ο Λουκάς έχει κατηγορηθεί ότι με αυτόν τον τρόπο μετατόπισε τον χρονικό άξονα αλλά και το αρχέγονο μήνυμα του Ιησού από το τέλος του χρόνου στο του (χρόνου) ανακαλύπτοντας έτσι την εποχή της Εκκλησίας ως τη νέα φάση της ιστορίας της θείας Οικονομίας. Αλλά όταν κάποιος εξετάσει επακριβώς ανακαλύπτει ότι οι εποχές των εξαγγέλλονται και στον Ματθαίο αλλά και στον Μάρκο με άλλες λέξεις και σε άλλα χωρία. Στον Ματθαίο ανακαλύπτουμε το εξής λόγιο: καὶ κηρυχθήσεται τοῦτο τὸ Εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ εἰς μαρτύριον πᾶσιν τοῖς ἔθνεσιν, καὶ τότε ἥξει τὸ τέλος (24, 14). Στον Μάρκο απαντά: καὶ εἰς πάντα τὰ ἔθνη πρῶτον δεῖ κηρυχθῆναι τὸ Εὐαγγέλιον (13, 10). Αυτό μας καταδεικνύει καταρχήν ότι πρέπει κάποιος να είναι πολύ επιφυλακτικός με συνειρμούς εντός της Ομιλίας του Ιησού. Η Ομιλία αποτελείται από μεμονωμένα τεμάχια της Παράδοσης που δεν παρουσιάζουν απλά μια εξέλιξη αλλά πρέπει να αναγνωσθούν ταυτόχρονα το ένα του άλλου. Εξ επόψεως περιεχομένου διαπιστώνεται ότι και οι τρεις Συνοπτικοί έχουν επίγνωση ύπαρξης μιας εποχής : το τέλος των χρόνων μπορεί να έλθει εφόσον πρώτα το μεταφερθεί σε όλα τα . Εν προκειμένω ερχόμαστε και πάλι αντιμέτωποι με τη συνάφεια μεταξύ της παράδοσης των Ευαγγελίων και των βασικών μοτίβών της παύλειας θεολογίας. Η αναφορά του Ιησού στο πλαίσιο της εσχατολογικής Ομιλίας ότι το Ευαγγέλιο πρέπει πρώτα να κηρυχθεί στους λαούς και τότε μπορεί να έλθει το τέλος, απαντά επακριβώς στην Προς Ρωμαίους: έχει προκληθεί πώρωση στον Ισραήλ μέχρι να πιστέψει ο αριθμός των εθνικών (11, 25 κε.) . Ο πλήρης αριθμός των εθνικών και όλου του Ισραήλ: σε αυτή τη διατύπωση (φόρμουλα) απαντά η παγκοσμιότητα της θεϊκής βούλησης για σωτηρία. Στη δική μας συνάφεια, όμως, είναι σημαντικό το γεγονός ότι και ο Παύλος γνωρίζει σχετικά με την εποχή των εθνών, η οποία ταυτίζεται με το παρόν και πρέπει να εκπληρωθεί έτσι ώστε να επιτύχει το θεϊκό σχέδιο. Εν τέλει είναι δευτερεύον το γεγονός ότι ο πρώιμος Χριστιανισμός δεν μπορούσε να διαμορφώσει μια συνεπή παρουσίαση για τη διάρκεια αυτών των καιρών των εθνών και ότι την είχε με βεβαιότητα φανταστεί μάλλον . Το ουσιαστικό βρίσκεται στη βασική διατύπωση και επαγγελία μιας τέτοιας εποχής που καταρχάς έπρεπε να κατανοηθεί και όντως κατανοούνταν από τους μαθητές ως εντολή/παραγγελία χωρίς υπολογισμούς για τη διάρκειά της. να πράξουν τώρα αυτό που είχε προκηρυχθεί και απαιτηθεί, να φέρουν το Ευαγγέλιο σε όλα τα έθνη. Η με την οποία ο Παύλος πορεύτηκε στα έθνη προκειμένου να φέρει το μήνυμα σε όλους, αν ήταν δυνατόν και κατά τη διάρκεια της ζωής του να εκπληρώσει την εντολή, αυτή η ανυπομονησία διασαφηνίζεται μόνον από τη γνώση για την ιστορική και εσχατολογική σημασία του κηρύγματος: ἐὰν γὰρ εὐαγγελίζωμαι, οὐκ ἔστιν μοι καύχημα• ἀνάγκη γάρ μοι ἐπίκειται• γάρ μοί ἐστιν ἐὰν μὴ εὐαγγελίσωμαι (Α’ Κορ. 9, 16). Υπό αυτή την έποψη το επείγον του ευαγγελισμού στην αποστολική γενιά προσδιορίζεται λιγότερο εκ του ερωτήματος για την ατομική αναγκαιότητα της γνώσης του Ευαγγελίου για καθένα ξεχωριστά όσο περισσότερο για αυτή τη μεγαλειώδη εκδοχή της Ιστορίας: προκειμένου ο κόσμος να φθάσει στον προορισμό του, πρέπει το Ευαγγέλιο να έλθει σε όλους τους λαούς. Το αίσθημα για αυτό το επείγον του πράγματος αρκετά σε ορισμένες ιστορικές περιόδους. Αναζωπυρώθηκε, όμως, και πάλι οδηγώντας τον ευαγγελισμό σε μια νέα δυναμική. Εν προκειμένω στο υπόβαθρο αναδύεται και πάλι η ερώτηση για την αποστολή του . Διαπιστώνουμε συγκλονισμένοι σήμερα πόσες πολλές παρανοήσεις με άσχημες συνέπειες έχουν επισωρεύσει οι αιώνες. Ένας στοχασμός εκ νέου μπορεί όμως να αναγνωρίσει ότι πάντα σε όλους τους συσκοτασμούς μπορεί κάποιος να ανακαλύψει και πάλι σημεία της ορθής κατανόησης. Διαβάζοντας ή ακούγοντας με επιφανειακό τρόπο την εσχατολογική Ομιλία του Ιησού, προκαλείται η εντύπωση ότι ο Ιησούς χρονολογικά συνδέει άμεσα το τέλος της Ιερουσαλήμ με το του κόσμου, ιδιαίτερα όταν στον Ματθαίο απαντά η εξής φράση: μετά τη θλίψι εκείνων των ημερών, ο ήλιος θα σκοτισθεί και η σελήνη θα πάψει να φέγγει, και τα άστρα θα πέσουν απ' τον ουρανό και τα συστήματα των άστρων του ουρανού θα καταρρεύ¬σουν. Και τότε θα φανεί στον ουρανό το σημείο του Υιού του Ανθρώ¬που, και τότε θα θρηνήσουν όλες οι φυλές της γης, και θα δουν τον Υιό του ανθρώπου να έρχεται πάνω στα σύννεφα του ουρανού με δύναμη και δόξα πολλή. Και θ' αποστείλει τους αγγέλους του με σάλ¬πιγγα, που θα σαλπίζει δυνατά, και θα συνάξουν τους• εκλεκτούς του από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντος, από τα πέρατα της οικουμένης (24, 29-31) . Αυτή η άμεση χρονολογική συμπλοκή ανάμεσα στο τέλος της Ιερουσαλήμ και αυτό του Κόσμου ως συνόλου φαίνεται επιπροσθέτως να επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι λίγους στίχους μετά απαντούν τα λόγια: αληθινά σας λέγω. Δεν θα παρέλθει αυτό το γένος έως ότου πραγματοποιηθούν όλα αυτά. Ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν αλλά οι λόγοι μου δεν θα παρέλθουν (24, 34). Με την πρώτη ματιά φαίνεται ότι ο Λουκάς έχει αμβλύνει αυτή τη συνάρτηση: και θα σφαχτούν και θα οδηγηθούν αιχμάλωτοι σ’ όλα τα έθνη και η Ιερουσαλήμ θα καταπατηθεί από τα έθνη μέχρι να συμπληρωθούν οι καιροί των εθνών (Λκ. 21, 24-25) . Ανάμεσα στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ και το τέλος του κόσμου παρεμβάλλονται οι καιροί των εθνών. Ο Λουκάς έχει κατηγορηθεί ότι με αυτόν τον τρόπο μετατόπισε τον χρονικό άξονα αλλά και το αρχέγονο μήνυμα του Ιησού από το τέλος του χρόνου στο μέσον του (χρόνου) ανακαλύπτοντας έτσι την εποχή της Εκκλησίας ως τη νέα φάση της ιστορίας της θείας Οικονομίας. Αλλά όταν κάποιος εξετάσει επακριβώς ανακαλύπτει ότι οι εποχές των εθνών εξαγγέλλονται και στον Ματθαίο αλλά και στον Μάρκο με άλλες λέξεις και σε άλλα χωρία. Στον Ματθαίο ανακαλύπτουμε το εξής λόγιο: καὶ κηρυχθήσεται τοῦτο τὸ Εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ εἰς μαρτύριον πᾶσιν τοῖς ἔθνεσιν, καὶ τότε ἥξει τὸ τέλος (24, 14). Στον Μάρκο απαντά: καὶ εἰς πάντα τὰ ἔθνη πρῶτον δεῖ κηρυχθῆναι τὸ Εὐαγγέλιον (13, 10). Αυτό μας καταδεικνύει καταρχήν ότι πρέπει κάποιος να είναι πολύ επιφυλακτικός με συνειρμούς εντός της Ομιλίας του Ιησού. Η Ομιλία αποτελείται από μεμονωμένα τεμάχια της Παράδοσης που δεν παρουσιάζουν απλά μια γραμμική εξέλιξη αλλά πρέπει να αναγνωσθούν ταυτόχρονα το ένα εντός του άλλου. Σε αυτό το ερώτημα περί της σύνταξης που είναι μεγάλης σημασίας για την ορθή κατανόηση του Κειμένου θα επανέλθουμε λεπτομερέστερα στο τρίτο σημείο (Προφητεία και Αποκάλυψη..). Εξ επόψεως περιεχομένου διαπιστώνεται ότι και οι τρεις Συνοπτικοί έχουν επίγνωση ύπαρξης μιας εποχής ειδωλολατρών: το τέλος των χρόνων μπορεί να έλθει εφόσον πρώτα το Ευαγγέλιο μεταφερθεί σε όλα τα έθνη. Εν προκειμένω ερχόμαστε και πάλι αντιμέτωποι με τη συνάφεια μεταξύ της παράδοσης των Ευαγγελίων και των βασικών μοτίβών της παύλειας θεολογίας. Η αναφορά του Ιησού στο πλαίσιο της εσχατολογικής Ομιλίας ότι το Ευαγγέλιο πρέπει πρώτα να κηρυχθεί στους λαούς και τότε μπορεί να έλθει το τέλος, απαντά επακριβώς στην Προς Ρωμαίους: έχει προκληθεί πώρωση στον Ισραήλ μέχρι να πιστέψει ο πλήρης αριθμός των εθνικών (11, 25 κε.) . Ο πλήρης αριθμός των εθνικών και όλου του Ισραήλ: σε αυτή τη διατύπωση (φόρμουλα) απαντά η παγκοσμιότητα της θεϊκής βούλησης για σωτηρία. Στη δική μας συνάφεια, όμως, είναι σημαντικό το γεγονός ότι και ο Παύλος γνωρίζει σχετικά με την εποχή των εθνών, η οποία ταυτίζεται με το παρόν και πρέπει να εκπληρωθεί έτσι ώστε να επιτύχει το θεϊκό σχέδιο. Εν τέλει είναι δευτερεύον το γεγονός ότι ο πρώιμος Χριστιανισμός δεν μπορούσε να διαμορφώσει μια συνεπή χρονολογική παρουσίαση για τη διάρκεια αυτών των καιρών των εθνών και ότι την είχε με βεβαιότητα φανταστεί μάλλον σύντομη. Το ουσιαστικό βρίσκεται στη βασική διατύπωση και επαγγελία μιας τέτοιας εποχής που καταρχάς έπρεπε να κατανοηθεί και όντως κατανοούνταν από τους μαθητές ως εντολή/παραγγελία χωρίς υπολογισμούς για τη διάρκειά της. να πράξουν τώρα αυτό που είχε προκηρυχθεί και απαιτηθεί, να φέρουν το Ευαγγέλιο σε όλα τα έθνη. Η σπουδή με την οποία ο Παύλος πορεύτηκε στα έθνη προκειμένου να φέρει το μήνυμα σε όλους, αν ήταν δυνατόν και κατά τη διάρκεια της ζωής του να εκπληρώσει την εντολή, αυτή η ανυπομονησία διασαφηνίζεται μόνον από τη γνώση για την ιστορική και εσχατολογική σημασία του κηρύγματος: ἐὰν γὰρ εὐαγγελίζωμαι, οὐκ ἔστιν μοι καύχημα• ἀνάγκη γάρ μοι ἐπίκειται• οὐαὶ γάρ μοί ἐστιν ἐὰν μὴ εὐαγγελίσωμαι (Α’ Κορ. 9, 16). Υπό αυτή την έποψη το επείγον του ευαγγελισμού στην αποστολική γενιά προσδιορίζεται λιγότερο εκ του ερωτήματος για την ατομική αναγκαιότητα της γνώσης του Ευαγγελίου για καθένα ξεχωριστά όσο περισσότερο για αυτή τη μεγαλειώδη εκδοχή της Ιστορίας: προκειμένου ο κόσμος να φθάσει στον προορισμό του πρέπει το Ευαγγέλιο να έλθει σε όλους τους λαούς. Το αίσθημα για αυτό το επείγον του πράγματος αποδυναμώθηκε αρκετά σε ορισμένες ιστορικές περιόδους. Αναζωπυρώθηκε, όμως, και πάλι οδηγώντας τον ευαγγελισμό σε μια νέα δυναμική. Εν προκειμένω στο υπόβαθρο αναδύεται και πάλι η ερώτηση για την αποστολή του Ισραήλ. Διαπιστώνουμε συγκλονισμένοι σήμερα πόσες πολλές παρανοήσεις με άσχημες συνέπειες έχουν επισωρεύσει οι αιώνες. Ένας στοχασμός εκ νέου μπορεί όμως να αναγνωρίσει ότι πάντα σε όλους τους συσκοτασμούς μπορεί κάποιος να ανακαλύψει και πάλι σημεία της ορθής κατανόησης.